Ασία

I
Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία.
H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει σχεδόν το ένα τρίτο της γήινης στεριάς. Στα Δ είναι ενωμένη με τη μεγάλη ευρωπαϊκή χερσόνησο, προς την πλευρά της οποίας η οροσειρά των Ουραλίων, ο ποταμός Ουράλης και το βύθισμα Μάνιτς σχηματίζουν μια συμβατική μεθόριο, ενώ η διώρυγα του Σουέζ στον ομώνυμο ισθμό και η Ερυθρά θάλασσα τη χωρίζουν από την Αφρική. Στα Α περιβρέχεται από τον Ειρηνικό ωκεανό και ένα μικρό θαλάσσιο στενό, o Βερίγγειος πορθμός, χωρίζει τη χερσόνησο Τσούκτσι, ακραίο βορειοανατολικό κράσπεδο της Α. από την αμερικανική χερσόνησο της Αλάσκα. Στα Β και στα Ν περιβρέχεται αντίστοιχα από τον Αρκτικό (Βόρειο Παγωμένο) ωκεανό και τον Ινδικό ωκεανό. Τα ακραία σημεία της ηπειρωτικής Α. είναι στα Β το ακρωτήριο Τσελιούσκιν στη Σιβηρία (77° 41’ Β), στα Ν το Τάνγιονγκ Πιάι στη Μαλαϊκή χερσόνησο (1° 16’), στα Δ το ακρωτήριο Μπαμπά στη Μικρά Ασία και στα Α το ακρωτήριο Ντιζνιόφ στη χερσόνησο Τσούκτσι (169° 40’ Δ). Όταν όμως ληφθούν υπόψη και τα νησιά, τα βόρεια και νότια όρια της Α. προωθούνται πέραν της 81° Β γεωγραφικού πλάτους και πέραν της 10° Ν πλάτους.
Γεωμορφολογία.H Α. έχει σαφή χαρακτηριστικά ηπείρου, μολονότι ο οριζόντιος διαμελισμός της αντιπροσωπεύει το 24% της συνολικής επιφάνειάς της· 2,7 εκατ. τ. χλμ. είναι η έκταση των νησιών που την περιβάλλουν και περίπου 8 εκατ. χλμ. η έκταση των χερσονήσων. Ένας άλλος χαρακτηριστικός δείκτης είναι ότι το εσωτερικότερο σημείο της ηπείρου, που βρίσκεται στην Τσουγκαρία, απέχει πάνω από 2.500 χλμ. από τις πιο κοντινές ακτές, ενώ 11 εκατ. τ. χλμ. εδάφους απέχουν από τη θάλασσα με μια απόσταση μεγαλύτερη από 1.200 χλμ. Πρέπει όμως να προστεθεί ότι τα περισσότερα και μεγαλύτερα νησιά (από τα μεγαλύτερα της Γης) καθώς και οι πιο σημαντικές χερσόνησοι, ανήκουν στη νότια πλευρά της ασιατικής ηπείρου, δηλαδή σε γεωγραφικά πλάτη εύκρατα ή τροπικά, όπου οι συνθήκες εγκατάστασης του ανθρώπου είναι καλύτερες.
Ο κεντρικός όγκος της Α. μπορεί να περιγραφεί από ένα τεράστιο ορθογώνιο, αλλά η νότια και η ανατολική πλευρά εμφανίζουν μεγάλο οριζόντιο διαμελισμό. Οι τρεις μεγαλύτερες χερσόνησοι, η Αραβική, η Ινδική και της Ινδοκίνας, βρίσκονται στα νότια της Α. και αντικρίζουν τον Ινδικό ωκεανό, ανάμεσα στην Ερυθρά θάλασσα και τη θάλασσα της Νότιας Κίνας. Από τη Μυανμάρ και τη χερσόνησο της Μαλάκα ξεκινά το Ινδονησιακό αρχιπέλαγος, ενώ τα νησιά Ρίου Κίου, το Ιαπωνικό αρχιπέλαγος και το αρχιπέλαγος των Κουρίλων, Ν της χερσονήσου της Καμτσάτκα, περιβάλλουν με κύκλο ολόκληρη την ανατολική πλευρά της ηπείρου, σχηματίζοντας ανάμεσα σε αυτή και στον ανοικτό Ειρηνικό ωκεανό μερικές εσωτερικές θάλασσες, όπως η Οχοτσκική θάλασσα, η θάλασσα της Ιαπωνίας, η Κίτρινη θάλασσα, η Ανατολική Κινεζική θάλασσα και η Νότια Κινεζική θάλασσα, χωρίς να αναφερθούν οι μικρότερες ινδονησιακές λεκάνες. Δεν πρέπει τέλος να παραλειφθεί η Ανατολική χερσόνησος, που προεκτείνε
ται στα Δ ανάμεσα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη θάλασσα σαν μια μεγάλη γέφυρα που ενώνει την Α. με τη Βαλκανική Ευρώπη. Μικρότερο οριζόντιο διαμελισμό παρουσιάζει αντίθετα η βόρεια πλευρά, που είναι και η πιο αφιλόξενη της ασιατικής ηπείρου.
Στην ποικιλία του οριζόντιου διαμελισμού της Α. αντιστοιχεί η ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία του αναγλύφου. Σε γενικές γραμμές διακρίνουμε τρεις μεγάλες περιοχές διατεταγμένες σχεδόν παράλληλα από τα Β προς τα Ν: την περιοχή των σιβηριανών βαθυπέδων στον βορρά, τη μεγάλη ορεινή λωρίδα στο κέντρο και τα χαμηλά εδάφη της Αραβίας και της χερσονήσου της Ινδίας (Ντεκάν) στον νότο. Τα βόρεια βαθύπεδα έχουν σχηματιστεί κατά μεγάλο μέρος από αρχαιότατα οροπέδια, τα οποία στην ανατολή εναλλάσσονται με τα κατάλοιπα των οροσειρών που υπέστησαν σοβαρές φθορές από τα ατμοσφαιρικά στοιχεία κατά τη διάρκεια εκατομμυρίων ετών. Κατά ανάλογο τρόπο τα νότια βαθύπεδα της Αραβίας, του Ντεκάν και της Σρι Λάνκα είναι τα κατάλοιπα μιας αρχαιότατης ηπείρου, η οποία είχε αναδυθεί από τη θάλασσα ήδη στον αρχαϊκό αιώνα. Ανάμεσα στις δύο αυτές γήινες μάζες εκτεινόταν στην αρχαϊκή εποχή μια μεγάλη και βαθιά θαλάσσια έκταση, που οι γεωλόγοι ονομάζουν Τηθύ, στο βάθος της οποίας συσσωρεύτηκαν στη διάρκεια εκατομμυρίων χρόνων τα συντρίμματα των ηπειρωτικών μαζών, που κατακρημνίζονται σιγά-σιγά από τα ατμοσφαιρικά στοιχεία.
Σε μια εποχή σχετικά κοντινή με τη δική μας (δηλαδή στο τέλος του δευτερογενούς και στη διάρκεια του τριτογενούς) οι κινήσεις του γήινου φλοιού συμπίεσαν, συνέπτυξαν και τέλος έκαναν να αναδυθούν από την Τηθύ τα στρώματα που είχαν συσσωρευτεί εκεί, δημιουργώντας τις μεγάλες αλπικές οροσειρές που εκτείνονται σε ολόκληρη την ευρασιατική ήπειρο, από τις καθαυτό Άλπεις, τον Καύκασο, τα Ιμαλάια έως το ανάγλυφο της χερσονήσου της Ινδοκίνας και τις κορδέλες των νησιών της νοτιοανατολικής Α. (αλπικοϊμαλαϊκές πτυχώσεις). Η γενική κατεύθυνση όλων αυτών των οροσειρών είναι από ΒΔ προς ΝΑ, άλλοτε όμως αναπτύσσονται σε λωρίδες όπως το Ελμπούρζ και ο Ζάγρος στην ιρανική περιοχή, άλλοτε αποτελούν κόμβους, όπως στον ορεινό όγκο του Παμίρ, για να αναπτυχθούν και πάλι αλυσιδωτά (Υπεριμαλάια, Ιμαλάια, Κουνλούν). Οι οροσειρές αυτές σχηματίζουν τεράστια εσωτερικά υψίπεδα –το μεγαλύτερο είναι το υψίπεδο του Θιβέτ– κομμένα από βαθιές αυλακιές, όπως oι ψηλές κοιλάδες του Ινδού και του Βραχμαπούτρα. Ολόκληρο το συγκρότημα των αλπικών οροσειρών Δ του Θιβέτ πτυχώνεται στα ΝΑ και προωθείται στο έδαφος της Ινδοκίνας, του οποίου αποτελεί τη σπονδυλική στήλη, κι έπειτα συνεχίζεται στο ινδονησιακό ανάγλυφο. Είναι γνωστό ότι στην οροσειρά των Ιμαλαΐων και στο συγκρότημα του Καρακορούμ ανήκουν οι ψηλότερες κορυφές της Γης: το όρος Έβερεστ (8.848 μ.), η κορυφή Κ2 (8.611 μ.) κ.ά.
Σε αρχαιότερες πτυχώσεις ανάγονται αντίθετα τα ανάγλυφα, τα οποία από το Παμίρ έχουν κατεύθυνση στα ΒΑ, δηλαδή οι οροσειρές που από το Τιεν-Σαν και το Αλτάι προωθούνται προς τη χερσόνησο της Καμτσάτκα, και τα ανάγλυφα που από το Κουνλούν εισδύουν μέχρι την καρδιά του κινεζικού εδάφους. Τα ανάγλυφα αυτά περικλείουν εκτεταμένα εσωτερικά λεκανοπέδια, όπως του Ανατολικού Τουρκεστάν και της Τζουγκαρίας, και εκτεταμένα οροπέδια με έρημους, όπως εκείνο του Γκόμπι.
Εκτός όμως από τα αρχαιότατα βαθύπεδα και τις οροσειρές αρχαίας ή πρόσφατης πτύχωσης, υπάρχουν και εκτεταμένες προσχωματικές πεδιάδες: τέτοιες είναι η πεδιάδα της Μεσοποταμίας που σχηματίζουν o Τίγρης και ο Ευφράτης, οι πεδιάδες που εκτείνονται στους πρόποδες των Ιμαλαΐων και δημιουργήθηκαν από τις ισχυρές αποθέσεις υλικών κατακρήμνισης του Ινδού και του Γάγγη, η μεγάλη κινεζική πεδιάδα του Χουάνγκ Χο και τέλος ένα μεγάλο τμήμα του απέραντου σιβηριανού βαθυπέδου, του οποίου τα αρχαία πετρώδη στρώματα σκεπάστηκαν από θαλάσσια ιζήματα και πρόσφατες προσχώσεις ποταμών.
Πρέπει τέλος να αναφερθούν τα ηφαιστειακά συγκροτήματα που παρουσιάζονται μόνο στα ανάγλυφα πιο πρόσφατης διαμόρφωσης και ιδιαίτερα κατά μήκος των ανατολικών νησιωτικών συμπλεγμάτων όπου αποτελούν τμήμα της ζώνης πυρός, η οποία περιβάλλει τον Ειρηνικό.
Υδρογραφία.Η κεντρική διάταξη των μεγαλύτερων ασιατικών αναγλύφων είναι ο λόγος που το υδρογραφικό δίκτυο έχει ακτινωτή κατεύθυνση και οι τρεις κυριότεροι ωκεανοί συγκεντρώνουν τα ύδατα επιφανειών, των οποίων το μέγεθος δεν διαφέρει πολύ. Πράγματι, το 27% του ασιατικού εδάφους αποχετεύει τα ύδατά του στον Αρκτικό ωκεανό, το 23% στον Ειρηνικό, το 18% στον Ινδικό, ενώ μόνο το 2% στη Μεσόγειο.
Τεράστια εδάφη –και αυτό είναι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ασιατικής υδρογραφίας– δεν έχουν εκροή υδάτων στη θάλασσα. Πρόκειται για τα μεγάλα εσωτερικά λεκανοπέδια, για τα οποία έγινε λόγος στη γεωμορφολογία: οι ζώνες αυτές, που ονομάζονται ενδορροϊκές, καταλαμβάνουν έκταση περίπου 5εκατ. τ. χλμ. Σε αυτές τις ζώνες οι περισσότεροι ποταμοί εκβάλλουν σε μεγάλες λιμναίες λεκάνες, όπως η λίμνη Αράλη, που δέχεται τα ύδατα του Σιρ Ντάρια και του Αμού Ντάρια, ή χάνονται στην άμμο των ερήμων, όπως o Ταρίμ που σβήνει στις παρυφές της ερήμου του Τάκλα Μακάν. Εξάλλου, εκτάσεις 10 εκατ. τ. χλμ. ανήκουν στις λεγόμενες αρροϊκές ζώνες, όπου λείπουν εντελώς τα ύδατα επιφανείας εξαιτίας της υπερβολικής ξηρότητας του κλίματος.
Στην αρκτική πλευρά της ηπείρου εκβάλλουν οι μεγάλοι σιβηριανοί ποταμοί, δηλαδή ο Ομπ (5.410 χλμ.), ο Γενισέι (4.092 χλμ.), ο Λένας (4.400 χλμ.), οι οποίοι παγώνουν τον χειμώνα για πολλούς μήνες, ενώ την άνοιξη, επειδή το λειώσιμο των πάγων γίνεται νωρίτερα στα βουνά παρά στις πεδιάδες, προκαλούν εκτεταμένες πλημμύρες, που δημιουργούν οι όγκοι του πάγου τους οποίους παρασύρουν τα νερά και, καθώς συσσωρεύονται, εμποδίζουν τη ροή τους. Μεταξύ των ποταμών που εκβάλλουν στον Ειρηνικό, o Αμούρ παγώνει επίσης για πολλούς μήνες τον χειμώνα. Νοτιότερα οι δύο μεγαλύτεροι κινεζικοί ποταμοί, ο Χουάνγκ Χο (4.845 χλμ.) και ο Γιανγκτσέ Κιανγκ (5.800 χλμ.), αποτελούν αρτηρίες μέγιστης σημασίας για τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Ειδικά o Γιανγκτσέ, με τη μεγαλοπρεπή διαδρομή που προσφέρεται σχεδόν η μισή στη ναυσιπλοΐα, είναι από χιλιάδες χρόνια, περισσότερο από ένας δρόμος επικοινωνιών, ένας φορέας πολιτισμού και το ίδιο το σύμβολο της Κίνας. Η τεράστια συρροή προσχωματικών υλικών προκάλεσε συχνά εκτροπές της κοίτης των δύο μεγάλων ποταμών της Κίνας. Στη Νότια Κινεζική θάλασσα εκβάλλει ο Μεκόγκ, o τέταρτος μεγάλος ποταμός της ασιατικής ηπείρου.
Στον Ινδικό ωκεανό εκβάλλουν οι τρεις κυριότεροι ποταμοί της Ινδικής χερσονήσου: ο Ινδός, o Βραχμαπούτρα και ο Γάγγης, οι οποίοι σχημάτισαν τις εκτεταμένες πεδιάδες στουςπρόποδες του αναγλύφου των Ιμαλαΐων, όπου έχουν τις πηγές τους. Στον Ινδικό ωκεανό εκβάλλουν επίσης, μέσω του Περσικού κόλπου, ο Τίγρης και ο Ευφράτης. Στη Μεσόγειο τέλος φτάνουν μόνο οι μικροί ποταμοί της Μικράς Ασίας.
Οι μεγαλύτερες ασιατικές λίμνες εκτείνονται στα Β της κεντρικής ορεινής λωρίδας. Οι δύο μεγαλύτερες, η Κασπία (371.000 τ. χλμ.) και η Αράλη (65.500 τ. χλμ.) είναι ό,τι απέμεινε από μια μεγάλη εσωτερική θάλασσα· άλλες, όπως η Νεκράθάλασσα, η Μπαλχάς και η Βαϊκάλη, εκτείνονται μέσα σε τεκτονικές αύλακες περισσότερο ή λιγότερο βαθιές· άλλες, με αρκετά μικρότερη έκταση, καταλαμβάνουν το βάθος λεκανών ανάμεσα στα βουνά, στο Ιρανικό υψίπεδο και το Θιβέτ. Πολυάριθμες είναι οι λίμνες παγετωνικής ανόρυξης στα ψηλότερα ανάγλυφα.
Κλίμα.Η μεγάλη έκταση της Α. προς την κατεύθυνση των μεσημβρινών είναι o λόγος για τον οποίο οι περιοχές της ανήκουν σε όλες τις κλιματικές ζώνες του βορείου ημισφαιρίου: στην αρκτική, την εύκρατη, την τροπική και την ισημερινή. Όλοι οι κύριοι τύποι κλίματος της υδρογείου αντιπροσωπεύονται συνεπώς σε αυτή την ήπειρο, με ποικίλη όμως κατανομή και χαρακτηριστικά γνωρίσματα, εξαιτίας των δύο ουσιαστικών παραγόντων που ήδη έχουν επισημανθεί: του υψηλού βαθμού ηπειρωτικότητας του τμήματος αυτού της Γης και του ιδιόμορφου σχηματισμού των αναγλύφων. Έτσι, ενώ οι θερμοκρασίες κλιμακώνονται από τις πολικές των σιβηριανών περιοχών (πόλος του ψύχους στο Οιμγιακόν με 78°C υπό το μηδέν) έως τις διακεκαυμένες του Ισημερινού, υπάρχουν υψηλότατες αιχμές στις εκτεταμένες εσωτερικές ζώνες (καλοκαίρια αρκετά θερμά και χειμώνες ψυχρότατοι) και μικρότερες αιχμές κατά μήκος των κλιτών των ωκεανών.
Η ατμοσφαιρική κυκλοφορία εξάλλου, που προκαλείται από τις διαφορές της πίεσης, εμφανίζεται στην Α. ως ιδιαίτερο φαινόμενο, γνωστό ως σύστημα των μουσώνων. Η τεράστια ηπειρωτική μάζα ψύχεται και θερμαίνεται, όπως είναι γνωστό, αρκετά ταχύτερα απ’ ό,τι τα νερά του ωκεανού. Έτσι συμβαίνει το φαινόμενο, κατά τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, το δριμύ ψύχος να προκαλεί στην κεντρική Α. ένα κέντρο υψηλής ατμοσφαιρικής πίεσης από το οποίο κινούνται με φυγόκεντρη κατεύθυνση μάζες αέρα σχετικά ψυχρές. Οι άνεμοι αυτοί, ιδιαίτερα σταθεροί και σφοδροί στη νότια και την ανατολική Α., είναι οι μουσώνες, που τον χειμώνα πνέουν ψυχροί και χωρίς υγρασία προς τον Ινδικό ωκεανό (δηλαδή από ΒΑ στα ΝΔ) και προς τον Ειρηνικό (από ΒΑ στα ΝΑ). To καλοκαίρι η κατάσταση των θερμοκρασιών και συνεπώς των βαρομετρικών πιέσεων παίρνει αντίστροφη κατεύθυνση και οι μουσώνες πνέουν από τα ΝΑ και από τα ΝΔ προς την κεντρική Α., αλλά αυτή τη φορά, περνώντας πάνω από τα νερά των ωκεανών, είναι φορείς υγρασίας, που συμπυκνώνεται όταν έρθει σε επαφή με τα ανάγλυφα και τότε μετατρέπεται σε βροχές.
Σχετικά με τις ατμοσφαιρικές κατακρημνίσεις, πρέπει να σημειωθεί ότι οι πιο ψηλές οροσειρές, συμπυκνώνοντας την υγρασία της ατμόσφαιρας, στερούν το ευεργέτημα της βροχής από όλα τα εκτεταμένα εσωτερικά λεκανοπέδια, για τα οποία έγινε λόγος στη γεωμορφολογία της Α. Στις περιοχές αυτές της κεντρικής Α. (ιδιαίτερα στην έρημο Γκόμπι, αλλά και στο ιρανικό υψίπεδο, στο εσωτερικό της Αραβικής χερσονήσου και της Μικράς Ασίας) οι δείκτες βροχόπτωσης κατεβαίνουν σε ελάχιστα επίπεδα και το τοπίο των εκτάσεων αυτών παίρνει χαρακτηριστικά υποερημικών ή σαφώς ερημικών περιοχών.
Χλωρίδα. Οι κλιματολογικές συνθήκες που εξετάσαμε, μας επιτρέπουν να καθορίσουμε μερικές μεγάλες ζώνες βλάστησης στην Α.
Κατά μήκος των αρκτικών ακτών εκτείνεται η ζώνη της τούνδρας, παγωμένη και σκεπασμένη με χιόνια σχεδόν στα δύο τρίτα του χρόνου, συχνά γεμάτη τέλματα και καλυμμένη στη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών με ένα λεπτό στρώμα από λειχήνες και βρύα.
Στα νότια της τούνδρας εκτείνεται η ζώνη των μεγάλων δασών του βορρά, που τα προαναγγέλλει μια αραιή βλάστηση από θάμνους και σημύδες-νάνους, η οποία γίνεται ολοένα και πυκνότερη, μέχρις ότου καταλήξει στο δάσος με ψηλά δέντρα. To υποαρκτικό δάσος (τάιγκα)καλύπτει μεγάλο τμήμα της Σιβηρίας, από τα Ουράλια έως τον Ειρηνικό, και αποτελείται από μεγαλύτερη ποικιλία φυτών, αλλά κατά κύριο λόγο από κωνοφόρα (έλατα, πεύκα, λάρικες). Στο ανατολικό τμήμα της ηπείρου την τάιγκα διαδέχεται προς Ν το εύκρατο δάσος και ακόμη νοτιότερα ακολουθούν το υποτροπικό δάσος και το δάσος των μουσώνων, χωρίς ενδιάμεσα κενά.
Στο κέντρο της ηπείρου η τάιγκα παραχωρεί τη θέση της, όσο προχωρούμε προς Ν, σε μια πλατιά λωρίδα στεπικών δασών και στη συνέχεια σε στέπες υποαρκτικού χαρακτήρα, που εκτείνονται από την Αραβία μέχρι τη Μογγολία. Εδώ οι ελάχιστες βροχοπτώσεις δεν επιτρέπουν παρά μόνο τη βλάστηση ποωδών φυτών και θάμνων-νάνων· η νομαδική κτηνοτροφία είναι η κύρια απασχόληση των ανθρώπων. Μόνο οι πλαγιές των ψηλότερων βουνών είναι σκεπασμένες με δάση ή πράσινα λιβάδια. Η γεωργία είναι δυνατή μόνο στις οάσεις που βρίσκονται κατά μήκος του ρου των ποταμών ή στα βυθίσματα.
Περιοχές σαφώς ερημικές στη μεσαία αυτή ζώνη της Α. είναι το Τουρανικό βαθύπεδο, το εσωτερικό της Αραβικής χερσονήσου, το Ιρανικό υψίπεδο και η μεγάλη λεκάνη του Γκόμπι.
Ολόκληρο το νότιο τμήμα της Α., η ζώνη δηλαδή που πλήττουν οι μουσώνες, είναι σκεπασμένο με σαβάνες (στην τροπική λωρίδα που δέχεται περιοδικές βροχοπτώσεις) και με δάση (στην ισημερινή ζώνη, που χαρακτηρίζεται από σταθερές βροχές). Η γεωργία είναι αρκετά ανεπτυγμένη σε ολόκληρη την Α. των μουσώνων. Μεταξύ των διαφόρων καλλιεργειών η κυριότερη είναι των δημητριακών (ιδιαίτερα του ρυζιού), σημαντικές όμως είναι και οι καλλιέργειες τσαγιού, οπωροφόρων και ζαχαροκάλαμου, ενώ τα δάση του Ισημερινού είναι πλουσιότατα σε πολύτιμα φυτά, όπως το κομμιόδενδρο (εβέα η βραζιλιανή).
Οι ακτές της νότιας Μικράς Ασίας, της Συρίας, του Λιβάνου και της Παλαιστίνης αποτελούν την πολύ μικρή ασιατική περιοχή μεσογειακής βλάστησης, όπου ευδοκιμούν κυρίως οι καλλιέργειες της ελιάς, των αμπελιών και των εσπεριδοειδών.
Πανίδα.Στις κλιματολογικές συνθήκες που αναφέρθηκαν παραπάνω αντιστοιχούν σαφώς καθορισμένες περιοχές πανίδας. Στη ζώνη της τούνδρας ζουν τα ζώα που χαρακτηρίζουν τις αρκτικές περιοχές: η λευκή αρκούδα, o πολικός λαγός, η φώκια και κυρίως, από τα κατοικίδια ζώα, o τάρανδος. Στην τάιγκα, το σιβηρικό δάσος, έχουν την κατοικία τους η καστανή αρκούδα, ο λύκος, το ελάφι και πολυάριθμα ζώα με γούνα, όπως η ζιμπελίνα, η ερμίνα, η ενυδρίδα, η βρομοϊκτίδα και το σαμούρι.
Οι στέπες και οι έρημοι που χαρακτηρίζουν εκτεταμένες ζώνες της κεντρικής και της νοτιοδυτικής Α. φιλοξενούν, αντίθετα, πανίδα όμοια με των ανάλογων περιοχών της Αφρικής. Υπάρχουν πράγματι στις ζώνες αυτές, με ποικίλη κατανομή, λιοντάρια (Αραβία, Μεσοποταμία και Ιράν), σιβηριανές τίγρεις (από την Κασπία μέχρι τη λεκάνη του Αμούρ), τσακάλια, ύαινες, αντιλόπες, ζαρκάδια, βακτριανές κάμηλοι και γιακ, βοοειδή του Θιβέτ. Στις στέπες, από τη Μεσοποταμία μέχρι τη Μογγολία, ζουν λίγα είδη ιπποειδών, ακόμα σε άγρια κατάσταση.
Στις ασιατικές περιοχές των μουσώνων ζουν η τίγρης της Βεγγάλης, ο ρινόκερος στις περιοχές από την Ινδία μέχρι την Ινδονησία, ο ασιατικός ελέφαντας και διάφορα ελαφοειδή· στα δάση των περιοχών που εκτείνονται από την Ινδοκίνα μέχρι τα μεγάλα νησιά της Ινδονησίας ζουν αρκετά είδη γίβωνα και σε μια πολύ περισσότερο εκτεταμένη περιοχή από την Ινδία έως την Κίνα, διάφοροι άλλοι πίθηκοι της οικογένειας των κερκοπιθηκιδών. Περιορισμένος στη Βόρνεο και τη Σουμάτρα, ζει ο ουραγκοτάγκος·ο ινδικός βούβαλος με μερικά υποείδη είναι σε διάφορους βαθμούς διαδεδομένος από την Ινδία έως τα νησιά της Σούνδης. Από τα είδη ερπετών της Α. αφθονούν οι πυθωνίδες, οι βοΐδες, οι κροκόδειλοι και οι βαρανίδες· μεταξύ των τελευταίων αυτών συγκαταλέγεται ο τεράστιος βάρανος της νήσου Κομόντο. Τα δάση της Α. και ιδιαίτερα των περιοχών των μουσώνων, είναι πλούσια σε πουλιά, μερικά από τα οποία είναι ονομαστά για την ομορφιά τους, όπως το παγόνι, ιθαγενές της Ινδίας, και μερικοί φασιανοί της Κίνας και της Μυανμάρ.
Ανθρωπογεωγραφία.Η παρουσία του ανθρώπου στην Α. ανάγεται στην πλειστόκαινο περίοδο. Τα λείψανα του πιθηκανθρώπου της Ιάβας και του ανθρώπου του Πεκίνου είναι από τα αρχαιότερα υποανθρώπινα και ανθρώπινα υπολείμματα που βρέθηκαν στην υδρόγειο. Μετά την προτελευταία μεγάλη περίοδο των παγετώνων εμφανίζεται στην Α. μια ανθρώπινη φυλή ανάλογη με την ευρωπαϊκή του Νεάντερταλ. Η φυλή όμως αυτή δεν φαίνεται να επέζησε πέρα από την τελευταία μεγάλη περίοδο των παγετώνων και παραχώρησε τη θέση της σε άλλες ανθρώπινες φυλές, περισσότερο εξελιγμένες, που κατοικούν ακόμα και σήμερα στην ήπειρο αυτή. Οι φυλές αυτές διαιρούνται σε δύο μεγάλες ομάδες: τους ευρωπίδες (λευκή φυλή) και τους μογγολίδες (κίτρινη φυλή) που κατοικούν στις βόρειες περιοχές της ηπείρου, ενώ στη νότια Α. εγκαταστάθηκαν φυλές με σκουρότερο δέρμα, χαμηλότερο ανάστημα, σγουρά μαλλιά και πλατιά μύτη, που ανήκουν στην αυστραλιανή (τις συναντούμε επίσης στην Ινδία και τη Σρι Λάνκα) και στη νεγροειδή φυλή (Ανταμάν, Μαλάκα και Φιλιππίνες). Οι φυλές αυτές της ομάδας των ευρωποειδών κατοικούν σήμερα στα υψίπεδα της Μικράς Ασίας και του Ιράν στην Αραβική χερσόνησο και στις περιοχές του Ινδού και του Γάγγη, ενώ οι φυλές που ανήκουν στην ομάδα των μογγολοειδών κατοικούν σε απέραντες εκτάσεις της κεντρικής και ανατολικής Α., που ανήκουν σε διάφορα κράτη.
Στην Α., της οποίας η έκταση αντιστοιχεί στο ένα τρίτο της επιφάνειας ξηράς της υδρογείου, ζει σήμερα περισσότερο από το μισό του ανθρώπινου γένους (3.688.072.099 κάτ. το 2000). Η κατανομή του πληθυσμού είναι από τις πιο άνισες του κόσμου.
Τεράστιες εκτάσεις της βόρειας και της κεντρικής Α. είναι σχεδόν έρημες, ενώ μερικές περιοχές της Α. των μουσώνων (πεδιάδα του Γάγγη, ακτές του Μαλαμπάρ και του Κορομαντέλ, ανατολική Κίνα και πεδιάδα του Γιανγκτσέ, νότια Ιαπωνία, Ιάβα) ξεπερνούν τους 200 κατ. ανά τ. χλμ. και συγκεντρώνουν περισσότερο από το ένα τρίτο ολόκληρου του ασιατικού πληθυσμού. Αν έπειτα υπολογίσουμε ολόκληρη την Α. των μουσώνων, δηλαδή την Ινδία, την Ινδοκίνα, την Ινδονησία, τις Φιλιππίνες, την ανατολική Κίνα και την Ιαπωνία, βλέπουμε ότι σε αυτή ζουν τα 9/10 ολόκληρου του ασιατικού πληθυσμού. Μερικές ζώνες της Ινδίας, της Κίνας και της Ιάβας (Ινδονησία) φτάνουν σε πυκνότητα πάνω από 1.000 κατ. ανά τ. χλμ. (και δεν πρόκειται για περιοχές μεγάλης εκβιομηχάνισης, όπου φυσικά η πυκνότητα του πληθυσμού φτάνει σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα, αλλά για περιοχές με οικονομία κυρίως αγροτική).
Οικονομία.Όπως προαναφέρθηκε, ότι οι μεγάλες περιοχές της κεντρικής και βόρειας Α. είναι αφιλόξενες και η εκμετάλλευση των πόρων τους έχει κυρίως εκτατικό χαρακτήρα (κτηνοτροφία νομάδων, κυνήγι, αλιεία, πρωτόγονη γεωργία). Μια αντίθεση στην περιοχή αυτή δημιουργεί εξαιρετική γονιμότητα μεγάλου τμήματος της Α. των μουσώνων, η οποία επέτρεψε εδώ και χιλιετίες την ανάπτυξη μιας εντατικής γεωργίας, που απειλείται μόνο από τις περιοδικές σιτοδείες και τις πλημμύρες.
Η ευρωπαϊκή αποικιοποίηση επέδρασε ωστόσο σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση και την ανάπτυξη μιας εκσυγχρονισμένης και ορθολογικά κατευθυνόμενης γεωργίας, όπως αποδεικνύει η ανάπτυξη της γεωργίας στην κεντρική Α. και των μεγάλων φυτειών τσαγιού, βαμβακιού και κομμιοδέντρων της Α. των μουσώνων.
Η Α. είναι η πατρίδα των περισσότερων φυτών που καλλιεργούνται στον κόσμο και το μερίδιό της στην παγκόσμια παραγωγή ξεπερνά το 90% στο ρύζι, κύρια τροφή των πληθυσμών της, το τσάι, τη γιούτα και το καουτσούκ, με καλή παραγωγή σόγιας και άλλων ελαιωδών σπόρων και με το ένα τρίτο της παραγωγής καπνού.
Η κτηνοτροφία, η οποία επίσης θα μπορούσε να είναι ένας κεφαλαιώδους σημασίας πόρος για την Α., στην πραγματικότητα έχει μικρότερη συνεισφορά απ’ όση θα άφηναν να υποθέσει κανείς οι δείκτες της παραγωγής (1/3 της παγκόσμιας παραγωγής βοοειδών, 1/2 χοίρων και αιγοειδών κλπ.) και για τον πρόσθετο λόγο ότι μερικές θρησκείες απαγορεύουν την κατανάλωση κρέατος. Γι’ αυτό, ένα μέρος του ζωοκομικού πλούτου χρησιμοποιείται σε εργασίες και μεταφορές. Η σηροτροφία έχει την προέλευσή της στην Κίνα. Και σήμερα ακόμα οι ασιατικές χώρες υπερέχουν στον τομέα αυτό.
Άλλος μεγάλης σημασίας πόρος είναι η αλιεία, με την οποία ασχολούνται οι πληθυσμοί των ανατολικών και νότιων ακτών της ηπείρου και ιδιαίτερα στα νησιά. Μεγάλη οικονομική σημασία έχει η αλιεία κυρίως στην Ιαπωνία, η οποία καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση της παγκόσμιας παραγωγής αλιευτικών προϊόντων.
Ο ορυκτός πλούτος είναι σημαντικός, μολονότι συχνά δεν γίνεται μεγάλη εκμετάλλευσή του εξαιτίας των δυσκολιών στις μεταφορές. Η A. κατέχει την πρώτη θέση στον κασσίτερο με τα ορυχεία της Μαλαισίας, της χερσονήσου της Ινδοκίνας και της Κίνας (περίπου τα 2/3 της παγκόσμιας παραγωγής), στο βολφράμιο, στον χρωμίτη και στο αντιμόνιο. Από τις ενεργειακές πηγές, μεγάλης σημασίας είναι το πετρέλαιο, του οποίου η παραγωγή προέρχεται από τα κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής. Αφθονεί επίσης το κάρβουνο (περίπου το 1/3 της παγκόσμιας παραγωγής), που προέρχεται κυρίως από τα κοιτάσματα της Κίνας και της Ινδίας. Η Α. εξάλλου μπορεί να διαθέσει ένα τεράστιο δυναμικό υδάτινων πόρων, του οποίου η εκμετάλλευση θα δώσει σημαντική ώθηση στη βιομηχανική ανάπτυξη πολλών χωρών.
Παρά τους τεράστιους αυτούς γεωργικούς και ορυκτούς πόρους, μεγάλη εκσυγχρονισμένη βιομηχανία υπάρχει μόνο στην Ιαπωνία και σε μερικές περιοχές της Κίνας και της Ινδίας. Η έλλειψη κεφαλαίων και ειδικευμένου προσωπικού αποτελεί μεγάλο εμπόδιο στη γρήγορη εκβιομηχάνιση της Α. που ωστόσο ευνοείται από την παρουσία πολλών πρώτων υλών. Όπου όμως η διαδικασία του μετασχηματισμού της παραγωγικής τεχνικής μπόρεσε να πραγματοποιηθεί, σημείωσε ταχύτατο ρυθμό, που δύσκολα τον συναντά κανείς σε άλλες ηπείρους.
Στο ασιατικό τμήμα της Ρωσίας η εκτέλεση σημαντικών υδροηλεκτρικών έργων, η μηχανοποίηση της γεωργίας και η αξιοποίηση των ορυκτών πόρων μετέβαλαν ευρύτατες ζώνες, που προηγουμένως ήταν σχεδόν ακατοίκητες και μη παραγωγικές (Σιβηρία, κεντρική Α.), σε μια από τις βάσεις της ρωσικής οικονομίας.
Η Ιαπωνία, η μόνη ασιατική χώρα που ήδη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο μπορούσε να υπερηφανεύεται για τον εκσυγχρονισμένο και αποτελεσματικό βιομηχανικό εξοπλισμό της, επιτάχυνε ακόμα περισσότερο τη διαδικασία της εκβιομηχάνισης, επιδιώκοντας να φτάσει σε πολλούς τομείς (μηχανήματα ακριβείας, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, βιομηχανία αυτοκινήτων, ναυπηγεία) την πρώτη θέση στον κόσμο.
Η Κίνα, η οποία μπορεί να υπολογίζει σε τεράστιο ορυκτό πλούτο, ιδιαίτερα στον τομέα του άνθρακα, και η οποία αξιοποίησε τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις που είχαν εξοπλίσει οι Ιάπωνες στη Μαντζουρία, πραγματοποίησε στην περιοχή αυτή έναν γιγαντιαίο μετασχηματισμό της οικονομικής διάρθρωσης της χώρας. Eνισχύθηκε το δυναμικό της βαριάς βιομηχανίας, που σήμερα βρίσκεται σε συναγωνιστικό επίπεδο παγκόσμιας κλίμακας. Ιδιαίτερα μετά την ενσωμάτωση του Χονγκ-Κονγκ και την υιοθέτηση του δόγματος, «ένα έθνος, δύο συστήματα» (σοσιαλισμός με καπιταλιστική ανάπτυξη), που συνέβαλε στην υποδοχή ξένων επενδύσεων, η Κίνα προβάλλει ως η σημαντικότερη οικονομική δύναμη της Α. στον 21ο αι.
Και στην Ινδία τέλος, παρά το γεγονός ότι η εκβιομηχάνιση προχωρεί με βραδύτερο ρυθμό από αυτόν που σημειώνουν οι παραπάνω χώρες και ο ορυκτός πλούτος δεν είναι γενικά πολύ σημαντικός, η οικονομία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και κοντά στον πατροπαράδοτο υφαντουργικό τομέα ισχυροποιούνται η βιομηχανία μηχανικών κατασκευών και η μεταλλουργία.
Στο σύνολό τους όμως οι ασιατικές χώρες βρίσκονται ακόμα πολύ μακριά από το σημείο που να μπορούν να ικανοποιούν τις εσωτερικές ανάγκες, συχνά και σε ό,τι αφορά τα πιο στοιχειώδη μέσα συντήρησης, όπως αποδεικνύουν οι ελλείψεις τροφίμων, σε μεγάλη έκταση o υποσιτισμός, οι περιοδικές επιδημίες κλπ. Η Α. εξάγει κυρίως πρώτες ύλες και μη μεταποιημένα προϊόντα (ίνες υφαντουργίας, ελαιώδεις σπόροι, τσάι, βαμβάκι, καουτσούκ, κασσίτερος κλπ.) και εισάγει βιομηχανοποιημένα προϊόντα και αγαθά εξοπλισμού (κυρίως μηχανήματα).
Τόσο για τις εξαγωγές όσο και για τις εισαγωγές της, η Α. εξαρτάται ακόμα ιδιαίτερα από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, προς τις οποίες κατευθύνεται ο μεγαλύτερος όγκος των συναλλαγών. Οι ηπειρωτικές χερσαίες συγκοινωνίες ακολουθούν κυρίως παράλληλη διαδρομή, που την επιβάλλει η κατεύθυνση των αναγλύφων: οι μεγάλες οροσειρές των Ιμαλαΐων αποτελούν πάντοτε ένα σχεδόν ανυπέρβλητο εμπόδιο για τις συγκοινωνίες μεταξύ των βόρειων και νότιων περιοχών της Α. Το σιδηροδρομικό δίκτυο έχει ως βάση στον βορρά τη μεγάλη γραμμή του Υπερσιβηρικού, η οποία συνδέει τη Μόσχα με το Βλαδιβοστόκ· από αυτή διακλαδίζονται πολυάριθμες γραμμές, μεταξύ των οποίων η Τουρκσίμπ (τουρκεστανοσιβηρική), που από το Νοβοσιμπίρσκ φτάνει έως την Τασκένδη, στο Τουρκεστάν, και ο Υπερμαντζουριανός προς την Κίνα. Στη νότια Α. σημαντική ανάπτυξη σημειώνει το ινδικό δίκτυο·τέλος στη δύση, η Τουρκία και το Ιράκ διασχίζονται από μια γραμμή που συνδέει την Κωνσταντινούπολη με τον Περσικό κόλπο.
Παράλληλα με τις μεγάλες θαλάσσιες γραμμές, που ιδιαίτερα ενδιαφέρουν τη νότια Α. και την Άπω Ανατολή, βρίσκονται σε συνεχή ανάπτυξη οι διηπειρωτικές αεροπορικές γραμμές, μεταξύ των οποίων είναι η γραμμή που συνδέει το Τόκιο με τη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, κατά μήκος της αρκτικής πολικής διαδρομής.
Γλώσσες.Η ποικιλία των ασιατικών γλωσσών αντιπροσωπεύεται από πολυάριθμες γλωσσικές ομάδες, από τις οποίες μερικές επεκτείνονται και σε άλλες ηπείρους, ενώ άλλες ανήκουν αποκλειστικά στην Α. Οι γλωσσικές αυτές ομάδες είναι η ινδοευρωπαϊκή, με την αρμενική, τη σλαβική (που εισήχθη στη Σιβηρία με τον ρωσικό αποικισμό) και την ινδοϊρανική, στην οποία ανήκουν η αφγανική, η ουρντού, η βεγγαλική, η κουρδική, η σινγκαλεζική, η περσική, η σανσκριτική· η σημιτική με την εβραϊκή και την αραβική. Είναι ακόμα οι ουραλοαλταϊκές γλώσσες που περιλαμβάνουν την ουραλική (σαμογετική και ουγγρική του Ομπ, με την αστιατική και τη βογκουλική) και την αλταϊκή ομάδα, αποκλειστικά ασιατική, στην οποία ανήκουν οι τουρκικές, μογγολικές και τουγκουζικές γλώσσες. Αποκλειστικά επίσης ασιατικές είναι οι σινοθιβετιανές γλώσσες (όπως η κινεζική), οι γλώσσες τάι, η αναμιτική, η θιβετική, η βιρμανική· οι παλαιοασιατικές γλώσσες που τις μιλούν στη βορειοανατολική Α., μεταξύ των οποίων διακρίνονται η τσουκτσική, η καμτσανταλική, η κοριακική και –απομονωμένες– η γιουκαγκιρική, η γκιλιακική και, τέλος, η αΐνου· οι μουνδοπολυνησιακές, που περιλαμβάνουν την ομάδα μούνδα-χμερ (ομάδα μούνδα και ομάδα μον-χμερ) και η μαλαιοπολυνησιακή, με την ινδονησιακή, τη μελανησιακή, την πολυνησιακή. Οι δραβιδικές, που τις μιλούν στην Ινδία και των οποίων τα τέσσερα μεγαλύτερα ιδιώματα είναι η ταμουλική, η μαλαιαλαμική, η καναρεζική και η τελέγκου. Τέλος, οι καυκασικές γλώσσες, του βορρά και του νότου. Υπάρχουν έπειτα μεμονωμένες γλώσσες μεταξύ των οποίων η ιαπωνική και η κορεατική (για τις οποίες μερικοί ανθρωπολόγοι πιστεύουν ότι ανήκουν στην ουραλοαλταϊκή ομάδα).
Θρησκείες.Η Α. είναι η ήπειρος όπου ο άνθρωπος αντιμετώπισε το μυστήριο της ζωής και του θανάτου με μια οξύτατη ευαισθησία και βαθιά μυστικοπάθεια.
Όλες οι μεγάλες θρησκείες είχαν το λίκνο τους στην Α. Η ασιατική σκέψη πάνω στα διάφορα προβλήματα που τράβηξαν την προσοχή του ανθρώπου διαρθρώνεται σε ατέλειωτες δοξασίες και, μολονότι είναι αλήθεια ότι πολλές από αυτές είχαν κοινή την ιδέα ενός μόνο θεού, ποικίλλει ωστόσο η αντίληψη για τις σχέσεις μεταξύ θεού και ανθρώπου, η αντίληψη για τον τελικό σκοπό της ζωής (εσχατολογία), ο τρόπος με τον οποίο βλέπει κανείς τη θεία παρέμβαση για την ανθρώπινη σωτηρία (σωτηριολογία). Από το άλλο μέρος, μερικές θεμελιακές και ουσιαστικές ταυτόσημες θρησκευτικές δοξασίες τείνουν να δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι οι ομοδοξίες αυτές είναι ο καρπός συναντήσεων πολιτισμών που ευνοήθηκαν από τις αρχαίες μεταναστεύσεις λαών, οι οποίες ήταν τόσο συχνές στην Α.
Οι μεγάλες ασιατικές θρησκείες (πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ότι ο όρος θρησκεία δεν είναι πάντοτε ακριβής, μολονότι από συνήθεια χρησιμοποιείται συχνά· μερικές από αυτές θα ήταν ορθότερο να θεωρηθούν μια βαθιά φιλοσοφική επεξεργασία) θα αναφερθούν εδώ σε γενικές γραμμές, σε μια πανοραμική εικόνα. Για την πληρέστερη μελέτη τους παραπέμπουμε τον αναγνώστη στα ειδικά λήμματα: βουδισμός, βραχμανισμός, τζαϊνισμός, ζωροαστρισμός, ινδουισμός, ισλαμισμός, κομφουκιανισμός, σιντοϊσμός, ταοϊσμός.
Ο βραχμανισμός αναπτύχθηκε στην Ινδία πάνω στον κορμό της βεδικής θρησκείας, που την εισήγαγαν οι Άριοι κατακτητές. Ήταν κλειστή θρησκεία, δηλαδή μόνο οι ιερείς, οι βραχμάνοι, μπορούσαν να την ερμηνεύσουν σωστά και, να τελούν τα σχετικά με τη λατρεία της. Περίπου τον 9ο αι. μ.Χ., όμως, δεν γίνεται πια λόγος για βραχμανισμό, αλλά για ινδουισμό, o οποίος έγινε τώρα θρησκεία της τεράστιας πλειοψηφίας των Ινδών. Δύο μεγάλα όμως φιλοσοφικά κινήματα, ο βουδισμός και o τζαϊνισμός (6ος αι. π.Χ.), διέσπασαν τη θρησκευτική ενότητα, ακόμα και εξαιτίας του γεγονότος ότι, έπειτα από μια μακρόχρονη πορεία ιδεολογικής και ερμηνευτικής επεξεργασίας, ο βουδισμός χωρίστηκε σε δύο ρεύματα: το ένα, που ονομάστηκε χιναγιάνα, διαδόθηκε στη Σρι Λάνκα και σε άλλες χώρες της νοτιοανατολικής Α. (Ταϊλάνδη, Μυανμάρ, Καμπότζη)· το άλλο πήρε την ονομασία μαχαγιάνα και είχε γενικό χαρακτήρα. Φιλοξένησε στους κόλπους του πολλές θεότητες που παρεμβαίνουν μεταξύ του θείου νόμου και του ανθρώπου, και ονομάζονται Βοδισάτβα. Διαδόθηκε κυρίως στην κεντροανατολική Α. (2ος-3ος αι. μ.Χ.) και παρεμβλήθηκε στις άλλες δύο αντιλήψεις για τη ζωή που υπήρχαν στην Κίνα: του κομφουκιανισμού και του ταοϊσμού. Από τον μαχαγιανικό κλάδο του βουδισμού, βλάστησαν δύο άλλες σημαντικές αιρέσεις. Στην Κίνα, κατά τον 6ο αι., διαδόθηκε η αίρεση Τσιάν, η οποία είχε μεγάλη επίδραση στους Κινέζους καλλιτέχνες της περιόδου Σουνγκ (10ος-13ος αι.) καιακόμα μεγαλύτερη στην Ιαπωνία, όπου έγινε γνωστή τον 12ο αι. (εποχή Καμακούρα) με την ονομασία ζεν. H άλλη αίρεση, που στηρίχτηκε στα κείμενα τάντρα που είναι γνωστή, με την ονομασία ταντρισμός. Από τον ταντρικό βουδισμό που διείσδυσε (8ος αι.) στο Θιβέτ διαμορφώθηκε, έπειτα από θρησκευτικές διαμάχες αιώνων, η μοναδική Βουδική Εκκλησία που οργανώθηκε με βάση την αρχή του αυταρχικού συγκεντρωτισμού, ο λαμαϊσμός.
Σύγχρονος με τον βουδισμό υπήρξε o τζαϊνισμός, με χαρακτήρα και σκοπούς όχι πολύ διαφορετικούς· γι’ αυτό άλλωστε στο παρελθόν στην Ευρώπη συχνά συνέχεαν τις δύο θρησκείες. Οι οπαδοί του υιοθέτησαν την πρακτική του λεγόμενου γιόγκα.
Ο κομφουκιανισμός, που η αρχή του ανάγεται επίσης έως τον 6o αι. π.Χ., αφού ο Κομφούκιος υπήρξε σύγχρονος του Βούδα, ήταν η ενσάρκωση της πρακτικής σοφίας, ένα σύστημα πολιτικοηθικό, αυστηρό και συμβατικό, με το οποίο συνδυάστηκε, αλλά μόνο αργότερα, μια χαρακτηριστική προσωπολατρεία.
Αντίθετα ο ταοϊσμός (6ος αι. π.Χ.) δεν είχε ποτέ σημαντική επίδραση στην κινεζική κοινωνία. Η καθολική ενόραση του Τάο και το δόγμα της μη δράσης θεωρήθηκαν στοιχεία διαλυτικά της οικογένειας και του κράτους και καταπολεμήθηκαν από την κομφουκιανή κοινωνία.
Στην Ιαπωνία κοντά στη ζεν άκμασε και ο μαχαγιανικός βουδισμός, επίσημη όμως θρησκεία παρέμεινε o σιντοϊσμός, με πολυθεϊστική λατρεία, του οποίου το στοιχείο που επέδρασε περισσότερο στην ιαπωνική κοινωνία είναι η πίστη στην καταγωγή του αυτοκράτορα από τον Ήλιο. Η πολιτικοθρησκευτική αυτή ιδεολογία υπέστη σοβαρούς κλονισμούς από τα γεγονότα του B’ Παγκοσμίου πολέμου.
Στο Ιράν είχε διαδοθεί, σε ακαθόριστη εποχή, μια ψευδομονοθεϊστική θρησκεία που λεγόταν ζωροαστρισμός από το όνομα του ιδρυτή της Ζωροάστρη (Ζαρατούστρα) ή μαζδεϊσμός από το όνομα της κυριότερης θεότητας Άχουρα Μάζντα. Κατά τη διάρκεια της αραβικής κυριαρχίας, επεκτάθηκε στην κεντρική Α. έως την Κίνα. Αργότερα σημείωσε κάποια υποχώρηση. Στη σύγχρονη εποχή οπαδοί της αρχαίας θρησκείας είναι ομάδες Περσών μεταναστών στην Ινδία, μετά τη μογγολική κατάκτηση. Εγκατεστημένοι στη Βομβάη, είναι γνωστοί με το όνομα Πάρσοι.
Από τον κορμό του ζωροαστρισμού προήλθε στην προχριστιανική εποχή και μια άλλη θρησκεία που ονομάστηκε ζερβανισμός ή θρησκεία των Μάγων: μονοθεϊστική (ο Ζερβάν είναι ο υπέρτατος θεός), υπηρετούμενη από ιερείς, τους ονομαζόμενους Μάγους, σημείωσε κάποια επιτυχία στον εβραϊκό χώρο.
Τέλος, μεταξύ των τουρκομογγολικών πληθυσμών της κεντροανατολικής Α. διαδόθηκε o σαμανισμός.
Ο ισλαμισμός, μονοθεϊστικός επίσης, εισδύει με μια συνεπέστατη λογική στην πνευματική και φιλοσοφική κίνηση της Α. Εμφανίζεται τον 7o αι. μ.Χ. στον αραβικό κόσμο και αμέσως η Α. γίνεται κατά τα τρία τέταρτα μουσουλμανική· πολύ γρήγορα όμως εμφανίζονται βαθιές διενέξεις στην ερμηνεία του δόγματος. Οι μουσουλμάνοι διακρίνονται κυρίως σε σουνίτες και σιίτες. Οι σουνίτες πιστεύουν ότι είναι οι ορθόδοξοι. Ανάλογα με το τυπικό της λατρείας ονομάζονται χαναφίτες, χανμπαλίτες, μαλικίτες και τέλος σαφιίτες. Σιίτες είναι οι ομάδες που δεν ακολουθούν τον σουνιτισμό. Διακρίνονται σε ζαϊδίτες, μετριοπαθείς σιίτες (οπαδούς της σειράς των δώδεκα ιμάμηδων) και σιίτες εξτρεμιστές. Οι τελευταίοι διακρίνονται με τη σειρά τους σε ισμαηλίτες (οπαδούς των επτά ιμάμηδων), δρούσους, νοσαϊρίτες, αλιχακίτες. Οι ισμαηλίτες πήραν στην ιστορία διάφορα ονόματα: μπατινίτες, καρμάτες, ασασίνοι, φατιμίδες και χότζα. Στα μέσα περίπου του 19ου αι., στους κόλπους του μετριοπαθούς σιιτικού ισλαμισμού, του διαδεδομένου στην Περσία, εμφανίστηκε ένα νέο δόγμα, o βαβισμός (από τη λέξη μπαμπ, που σημαίνει: πόρτα εισόδου του κόσμου στο Ισλάμ και στην αλήθεια). Στους κόλπους του βαβισμού, και πάντοτε στην Περσία, εμφανίστηκε το 1866 ο βαχαϊσμός, o οποίος απορρόφησε ολοκληρωτικά τον βαβισμό.
Πάντοτε στον ισλαμικό χώρο, αλλά σουνιτικού τύπου αυτή τη φορά, άκμασε στην Ινδία στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. ένα θρησκευτικό κίνημα που ονομάστηκε αχμαντίγια. Οι μουσουλμάνοι όμως το αποκρούουν πάντοτε ως ξένο προς το Ισλάμ.
Προϊστορία.Τα πιο αρχαία στάδια της ανθρώπινης συμβίωσης στην Α. παρουσιάζονται με μια αρκετά εκτεταμένη γεωγραφική κατανομή. Οι σειρές απολιθωμάτων και εργαλείων σε οικισμούς, σε σπήλαια και στην ύπαιθρο αποκάλυψαν πολιτισμούς που χρονολογούνται από την τεταρτογενή περίοδο έως τη σημερινή γεωλογική, ένα χρονικό διάστημα δηλαδή, που υπολογίζεται περίπου σε τετρακόσιες χιλιάδες χρόνια. Τα αρχαιολογικά ευρήματα συνίστανται σε απολιθωμένα λείψανα ανθρώπων και ζώων, ίχνη από φωτιές, υπολείμματα τροφών και εργαλεία από πέτρα και κόκαλο. Στο σύνολό τους τα ευρήματα αποτελούν μια ζωντανή μαρτυρία της νομαδικής ζωής διασπαρμένων ομάδων πληθυσμών, οι οποίοι είχαν κύρια απασχόληση το κυνήγι και την αλιεία.
Στο τέλος της περιόδου των παγετώνων, η αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών και των συνθηκών του περιβάλλοντος είχε βαθιές επιδράσεις στην Α., σε ό,τι αφορά τις κατοικημένες περιοχές και τις μορφές ζωής. H εξαφάνιση της πανίδας της πλειστοκαίνου περιόδου μείωσε το μεγάλο κυνήγι και η αναζήτηση της τροφής προσανατολίστηκε σε μια πιο έντονη δραστηριότητα συλλογής των φυσικών προϊόντων του εδάφους. Σε μερικές ζώνες της δυτικής Α. δοκιμάστηκαν οι πρώτες καλλιέργειες και μπήκαν οι βάσεις μιας παραγωγικής οικονομικής δραστηριότητας που υπήρξε το προοίμιο μιας βαθμιαίας και βαθιάς μεταμόρφωσης της πολιτιστικής ανάπτυξης του ανθρώπου. Η οικονομική πρόοδος επέδρασε αποφασιστικά στη βελτίωση των συστημάτων ζωής. Διαρκώς μεγαλύτεροι πληθυσμοί υιοθέτησαν μορφές ζωής μη νομαδικής και εγκαταστάθηκαν σε χωριά όλο και μεγαλύτερα και με μονιμότερο χαρακτήρα. Από τους πρώτους οικισμούς σε καλύβες πέρασαν στην κατασκευή κατοικιών από πέτρα και τούβλα. Εισήχθη το νέο σύστημα επεξεργασίας της πέτρας με τη λείανση και ανακαλύφθηκαν νέα είδη χειροτεχνίας, μεταξύ των οποίων η αγγειοπλαστική και η ύφανση.
Οι απαρχές της νέας εποχής μπορεί να καθοριστούν, για μερικές περιοχές της δυτικής Α., περίπου την 8η-7η χιλιετίες π.Χ. Δεν φαίνεται όμως πριν από την έκτη χιλιετία να πραγματοποιήθηκαν πολιτιστικές εξελίξεις εντελώς νεολιθικές. Τα πρώτα αξιόλογα κέντρα υπήρξαν πιθανότατα στην περιοχή που περιλαμβάνεται μεταξύ των παραθαλάσσιων περιοχών της Μεσογείου και του Ιρανικού υψιπέδου, όπου αναπτύχθηκαν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Στη συνέχεια, σε όλη την έκταση της πλατιάς εδαφικής λωρίδας που απλώνεται σε μάκρος έως το ακραίο ηπειρωτικό σημείο της Α., ο αγροτικός πολιτισμός διαδόθηκε σιγά-σιγά μέχρι την εποχή που εμφανίστηκαν οι μεγάλοι πολιτισμοί των πόλεων στη Μεσοποταμία, το Ιράν, την Ινδία και την Κίνα. Η κτηνοτροφία επέτρεψε έπειτα την εκμετάλλευση εκτεταμένων εδαφών, προπάντων των στεπωδών πεδιάδων της Αραβίας, του Ιράν και της κεντρικής Α.
Η κτηνοτροφία και η ποιμενική ζωή έγιναν στις περιοχές αυτές η τυπική οικονομία διαφόρων εθνικών ομάδων, η δύναμη επέκτασης της οποίας φαίνεται ότι αναπτύχθηκε με την εξημέρωση του αλόγου και τη γνώση της μεταλλουργίας. Οι νομάδες βοσκοί ανέπτυξαν τότε μια δραστηριότητα αποφασιστικής σημασίας στην ιστορία της Ευρασίας: εκτός από τη βαριά επίδραση των ανήσυχων μαζών τους στους γεωργικούς μη νομαδικούς πολιτισμούς που έκαναν την εμφάνισή τους στις παρυφές της στέπας, χρησίμευαν κυρίως ως στοιχεία διέλευσης και σύνδεσης μεταξύ των πιο μακρινών πολιτισμών.
Στο μεταξύ, στη νοτιοδυτική Α. ο πολιτισμός σημείωνε νέες κατακτήσεις: χρησιμοποιήθηκαν τα κατοικίδια ζώα για τις μεταφορές· εφευρέθηκαν η άμαξα και το άροτρο, έγιναν γνωστά τα συστήματα της ποτιστικής καλλιέργειας, χύθηκαν τα πρώτα μέταλλα, εισήχθη η χρήση της γραφής.
Το πέρασμα από τη νεολιθική εποχή στην εποχή των μετάλλων πραγματοποιήθηκε σε μερικές περιοχές της δυτικής Α. κατά τη διάρκεια της 5ης και 4ης χιλιετίας π.Χ. Η ανάπτυξη των ανθρώπινων δεξιοτήτων προώθησε σχεδόν παντού μια ταχεία διαδικασία κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού, που οδήγησε στη δημιουργία μεγάλων εθνικών πολιτικών οργανισμών. Οι απαρχές της εποχής του ορείχαλκου ορίζονται περίπου την 4η–3η χιλιετία π.Χ., αλλά μόνο κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας πραγματοποιήθηκε πλήρης διάδοση των νέων πολιτισμών στις περισσότερες περιοχές της Α.
Ιστορία.Όσο και αν η παράδοση, που ενισχύεται και από αρχαιολογικά ευρήματα, αναφέρεται σε ασιατικά κράτη που φτάνουν έως την 4η και 5η χιλιετία π.Χ., οι πρώτοι ιστορικοί πολιτισμοί της ηπείρου αυτής τοποθετούνται την 3η χιλιετία. Τρία φαίνεται ότι ήταν τα κέντρα τα οποία, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, έδωσαν ζωή σε μια πολιτιστική εξέλιξη που, επειδή ήταν η αρχαιότερη του κόσμου, αποτελεί μαρτυρία για τα πρώτα βήματα της ανθρώπινης περιπέτειας: η Εγγύς Α., η Ινδία και η Κίνα.
Περίπου την τρίτη χιλιετία άνθησαν πράγματι στη Μεσοποταμία οι λαμπροί πολιτισμοί των Σουμερίων, των Ακαδίων και των Ουρ. Συγχρόνως σχεδόν εμφανίστηκε o πολιτισμός της Ινδίας και λίγο αργότερα η πρώτη κινεζική κρατική οργάνωση με τη δυναστεία Σανγκ ή Γιν.
Στη Μεσοποταμία, τους Σουμέριους διαδέχτηκαν οι Ασσυρο-Βαβυλώνιοι, ενώ στη γειτονική χερσόνησο οι Χετταίοι ίδρυσαν ένα εκτεταμένο βασίλειο που υπήρξε μία από τις γέφυρες από τις οποίες ο ανατολικός πολιτισμός πέρασε στην Ευρώπη.
To κεντρικό τμήμα της Α. υπήρξε πιθανώς o τόπος προέλευσης των πληθυσμών της άριας φυλής, ένα μέρος από τους οποίους εισέβαλε στην Ινδία, δημιουργώντας στο λεκανοπέδιο του Γάγγη τον μεγάλο βεδικό πολιτισμό και ένα άλλο έφτασε αργότερα στην Ευρώπη. Μεταξύ των λαών αυτών ξεχωρίζουν πρώτοι οι Έλληνες και έπειτα οι Ιταλοί, οι Κέλτες, οι Γερμανοί, οι Σλάβοι κλπ. Οι πληθυσμοί του ιρανικού οροπεδίου ίδρυσαν το ένδοξο περσικό κράτος που τον 4o αι. π.Χ. καταλύθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος με τον στρατό του έφτασε έως την Ινδία. Λίγο αργότερα όμως η Περσία επανέκτησε την ανεξαρτησία της και έγινε προμαχώνας εναντίον της ρωμαϊκής επέκτασης.
Το ακραίο δυτικό τμήμα της Α. μετά τη διαίρεση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε δυτικό και ανατολικό (Βυζαντινό) κράτος (395 μ.Χ.) αποτέλεσε τμήμα του τελευταίου, το οποίο επέζησε δέκα αιώνες μετά το πρώτο.
Ένα γεγονός μεγάλης σημασίας, εκτός φυσικά της εμφάνισης του χριστιανισμού (ο οποίος άλλωστε στην Α. διαδόθηκε σε μια περιοχή σχετικά περιορισμένη και αντιστάθηκε μόνο μερικούς αιώνες), υπήρξε η εμφάνιση του ισλαμισμού (7ος αι.) που ίδρυσε ο Μωάμεθ. Το Ισλάμ έγινε μια μεγάλη πολιτική και θρησκευτική κοινότητα που απλώθηκε στην Α. και την Αφρική και εισέβαλε σε ένα τμήμα της Ευρώπης, το οποίο για αιώνες βρέθηκε εκτεθειμένο στις επιθέσεις του, ενώ υποχρεώθηκε να αμυνθεί με γενναιότητα για να σώσει τη θρησκευτική του ιδιαιτερότητα. Η ιστορία του Ισλάμ μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις περιόδους που διακρίνονται αντίστοιχα από την επικράτηση των Αράβων, των Τούρκων και Τουρκο-Μογγόλων και των Οθωμανών.
Οι Άραβες κυριάρχησαν από τον 7o έως τον 10o αι., οι Τούρκοι και οι Τουρκο-Μογγόλοι από τον 11ο έως τον 14ο, οι Οθωμανοί από τον 15o και ύστερα. Η διάλυση της αυτοκρατορίας που είχαν δημιουργήσει οι τελευταίοι (αυτοκρατορία που εκτεινόταν σε τρεις ηπείρους) πραγματοποιήθηκε στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου πόλεμου και από τα ερείπιά της προέβαλαν η τουρκική δημοκρατία και τα κράτη της Μέσης Ανατολής και της Αραβικής χερσονήσου.
Τον 13ο αι. οι Μογγόλοι του Τζένγκις Χαν άρχισαν μια σειρά κατακτήσεων που επρόκειτο να τους καταστήσουν κυρίαρχους σε μια αυτοκρατορία που απλωνόταν από τη Μαύρη έως την Κινεζική θάλασσα. Η μογγολική δυναστεία των Μογγούλ, που καταγόταν από τον Ταμερλάνο (Τιμούρ), έναν από τους διαδόχους του Τζένγκις Χαν, κυριάρχησε σε ολόκληρη την Ινδία έως την εποχή της κατάκτησής της από τους Άγγλους.Με την ανακάλυψη του θαλάσσιου δρόμου προς την Ινδία που περνούσε από το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας (1498), άρχισε στην Α. η εποχή της ευρωπαϊκής αποικιοποίησης, ενώ τον 18ο αι. η Ρωσία άρχισε τη δική της επέκταση στη Σιβηρία. Η Πορτογαλία απέκτησε αλλά αργότερα έχασε τον έλεγχο του Ινδικού ωκεανού και πολλών εδαφών στην Ινδία και αλλού. Η Μεγάλη Βρετανία κατέλαβε την Ινδία, την Κεϋλάνη, τη Μυανμάρ (πρώην Βιρμανία), τη Μαλαισία και άλλες μικρότερες περιοχές. Η Γαλλία κατέκτησε τις χώρες της Ινδοκίνας, η Ολλανδία αποικιοποίησε το μεγάλο Ινδονησιακό αρχιπέλαγος, η Ισπανία κράτησε για πολύ καιρό τις Φιλιππίνες, πριν τις παραχωρήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες (1898). Δεν έλειψαν τέλος οι αποικίες και οι μικρότερες κτήσεις άλλων δυνάμεων, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, ακόμα και η Ιταλία (στην Κίνα). Το 1950 μεγάλα τμήματα της Α. ελέγχονταν από ευρωπαϊκές δυνάμεις με αποικιακά καθεστώτα ή με προτεκτοράτα.
Η Ιαπωνία, στη μακρόχρονη ιστορία της, δεν έχασε ποτέ την ανεξαρτησία της, προστατευμένη από την απομόνωσή της και το μαχητικό πνεύμα του λαού της. Το 1853 η χώρα αυτή υποχρεώθηκε από τον στόλο του Αμερικανού ναυάρχου Πέρι να αρχίσει επαφές και εμπόριο με τη Δύση. Οι Ιάπωνες αφομοίωσαν τόσο γρήγορα τα διδάγματα που έλαβαν από τον πολιτισμό και την τεχνική της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, ώστε σε λίγα χρόνια δημιούργησαν μια μεγάλη και εκσυγχρονισμένη βιομηχανία και εξελίχθηκαν σε σημαντική στρατιωτική δύναμη. Αφού νίκησε το τσαρικό κράτος (1905) και προσάρτησε την Κορέα (1910), η Ιαπωνία έστρεψε τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις της εναντίον της Κίνας και στο B’ Παγκόσμιο πόλεμο φάνηκε για μια στιγμή να κυριαρχεί σε ένα μεγάλο τμήμα της ανατολικής Α. και των νησιών του Ειρηνικού. Μετά τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο, η ήττα της Ιαπωνίας και το αντιαποικιοκρατικό κίνημα άλλαξαν την πολιτική κατάσταση της Α., η οποία έπειτα από πολλούς αιώνες παρακμής και ξένης κυριαρχίας αποτελείται τώρα σχεδόν στο σύνολό της από ανεξάρτητα κράτη.
Η σημερινή Α. παρουσιάζει σοβαρές αιτίες αναταραχής, πολύ πιο εμφανείς και οξείες από οποιαδήποτε άλλη ήπειρο: αρκεί να αναφερθούν οι παλαιότεροι πόλεμοι της Κορέας και του Βιετνάμ, οι συγκρούσεις μεταξύ Αράβων και Ισραήλ, οι σχεδόν μόνιμες αιτίες διεθνών προβλημάτων στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, αλλά και οι πρόσφατες συγκρούσεις Ινδίας και Πακιστάν (για το γνωστό θέμα του Κασμίρ), καθώς και οι αναταραχές στην Ινδονησία με την ανεξαρτητοποίηση του Ανατολικού Τιμόρ ή η ένταση μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν.
Η κατάσταση αυτή οφείλεται σε ποικίλα αίτια: στη συμβίωση στην ίδια ζώνη εθνών με ισχυρή εκβιομηχάνιση μαζί με άλλα υπανάπτυκτα, σε συγκρούσεις διαφορετικών πολιτισμών, σε ακατάλληλες κρατικές διαρθρώσεις, σε εμφανείς κοινωνικές ανισότητες, τέλος στην ταυτόχρονη παρουσία στο ασιατικό έδαφος των μεγαλύτερων παγκόσμιων δυνάμεων (Ρωσία, ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία και Μεγάλη Βρετανία), που αποτελεί πηγή περαιτέρω διαιρέσεων και αντιθέσεων: παρουσία, που τείνει πολύ περισσότερο στην επίτευξη πολιτικών σκοπών,παρά στη λύση του καθολικού προβλήματος της Α., δηλαδή της οικονομικής προόδου της κοινωνίας και της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Λογοτεχνία.Η ασιατική λογοτεχνική κληρονομιά οφείλει, όπως και η τέχνη, τον πλούτο και την ανάπτυξή της ουσιαστικά στη Μεσοποταμία, στο Ιράν, στην Ινδία και στην Κίνα. Από τις περιοχές αυτές διαδόθηκαν σε διαφορετικές εποχές προς τις περιφερικές ζώνες της ηπείρου πολιτιστικά στοιχεία που έδωσαν ζωή σε ξεχωριστές λογοτεχνικές μορφές, ενσωματωμένα κάποτε στο σύνολο των τοπικών παραδόσεων. Στους ιστορικούς χρόνους, το Ισλάμ και ο βουδισμός δέχτηκαν και ενοποίησαν μεγάλο μέρος του ασιατικού πολιτισμού και άσκησαν βαθιά επίδραση στη λογοτεχνική ανάπτυξη των επιμέρους περιοχών είτε ενθαρρύνοντας τη διαμόρφωση τυπικών ειδών είτε διαδίδοντας πλατιά τις λογοτεχνικές εκφραστικές μορφές των χωρών που είχαν προηγουμένως κατακτηθεί.
Στη Μεσοποταμία η σουμερική λογοτεχνία (βλ. λ. Σουμέριοι) άσκησε εξαιρετικά βαθιά επίδραση στις λογοτεχνίες της αρχαίας Ανατολής, από το Ιράν μέχρι την Αίγυπτο: οι Σουμέριοι από μια αρχική ιδεογραφική γραφή επεξεργάστηκαν μια γραφή με σφηνοειδείς χαρακτήρες (τα πρώτα γραπτά κείμενα ανάγονται πιθανώς στην 3η χιλιετία π.Χ.) και αργότερα τη μεταβίβασαν στους πληθυσμούς της Εγγύς Ανατολής, οι οποίοι τη χρησιμοποίησαν έως τη χριστιανική εποχή, προσαρμόζοντάς την στα φωνητικά χαρακτηριστικά των γλωσσών τους. Σημαντικότερα είδη της σουμερικής λογοτεχνίας υπήρξαν οι επιγραφές των βασιλιάδων και των ηγεμόνων, οι θρησκευτικοί και βασιλικοί ύμνοι και, πολύ διαδεδομένες, οι μυθολογικές και επικές αφηγήσεις. Επίσης και οι αρχαιότερες μαρτυρίες της βαβυλωνιακής (βλ. λ. Βαβυλώνιοι) και ασσυριακής (βλ. λ. Ασσύριοι) λογοτεχνίας ανάγονται στην 3η χιλιετία π.Χ. : είναι κείμενα επικά (το Έπος του Γιλγαμές και το Ποίημα της Δημιουργίας), θρησκευτικά λυρικά ποιήματα, μύθοι, έργα μορφωτικά και νομικά, επιστολογραφίες και χρονικά. Η μεσοποταμιακή λογοτεχνία έχασε την πρωτοτυπία και τη σπουδαιότητά της εξαιτίας της πολιτικής και πολιτιστικής επέκτασης του Ιράν και έγινε περσική λογοτεχνική επαρχία. Η αραβική κατάκτηση που επακολούθησε την έφερε στην πολιτιστική τροχιά του Ισλάμ.
Η αρχαία εβραϊκή λογοτεχνία από την πρώτη εμφάνιση του Ισραήλ έως την καταστροφή της Ιερουσαλήμ (70 μ.Χ.) έφτασε έως εμάς σε ένα ελάχιστο μέρος και αντιπροσωπεύεται στο σύνολο της από τη Βίβλο.
Η αραβική λογοτεχνία περιλαμβάνει μια τεράστια γραπτή παραγωγή στις διάφορες γλώσσες που κατέκτησε το Ισλάμ. Η γλώσσα των πρώτων γραπτών κειμένων –ποιήματα που ανάγονται στον 5o-7o αι. μ.Χ.– είναι η ίδια στην οποία γράφτηκε το Κοράνιο και αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οι γραμματικοί κωδικοποίησαν αργότερα την εθνική αραβική γλώσσα. Εθνική στην ουσία έως τα μέσα του 8ου αι., η αραβική λογοτεχνία άρχισε να αφομοιώνει μετά την εποχή αυτή τη λογοτεχνική παραγωγή των χωρών που κατακτούσε το Ισλάμ: άρχισε τότε η κλασική περίοδος της αραβοϊσλαμικής λογοτεχνίας, που διαρθρώθηκε στα πιο διαφορετικά είδη, από την ποίηση μέχρι τη θεολογία, από το δίκαιο μέχρι τη γραμματική, από τη φιλολογία μέχρι την ιστορία και από τη γεωγραφία μέχρι τις φυσικές επιστήμες. Από τον 11o αι. και έπειτα, η πολιτική παρακμή του Ισλάμ αντανακλάται και στη λογοτεχνία, η οποία ολοένα και περισσότερο μεταβάλλεται σε καθαρή λόγια ενασχόληση. Μόνο τον 19o αι., έπειτα από πολλές επαφές με τον δυτικό πνευματικό πολιτισμό, η αραβική λογοτεχνία παρουσιάζει τα πρώτα σημεία μιας Αναγέννησης. Η αφομοίωση της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης ευνόησε μια διαδικασία ανανέωσης που στο δεύτερο μισό του 19ου αι. αποτέλεσε την απαρχή, στις διάφορες ισλαμικές χώρες, της νεοαραβικής λογοτεχνίας, η οποία αριθμεί έργα υψηλής καλλιτεχνικής στάθμης και συγγραφείς μεγάλης δυναμικότητας.
Τα πρώτα λογοτεχνικά έργα κάποιας αξίας της ιρανικής λογοτεχνίας ανάγονται στην εποχή των Αχαιμενιδών: είναι τα ιερά κείμενα του ζωροαστρισμού, συγκεντρωμένα στην Αβέστα, που επανεκδόθηκαν πιθανώς γύρω στον 6o αι. Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου άνοιξαν τις πύλες του ιρανικού κόσμου στην ελληνική επίδραση και η ελληνική έγινε η επίσημη γλώσσα των Αρσακιδών· μόνο στην επόμενη περίοδο, των Σασσανιδών, η λογοτεχνία εκφράζεται και πάλι στην ιρανική γλώσσα και συγκεκριμένα σε διάφορες διαλέκτους, μεταξύ των οποίων κάνει την εμφάνισή της η πεχλεβική. Πρόκειται για λογοτεχνική παραγωγή θρησκευτικής κατά κύριο λόγο έμπνευσης, μολονότι δεν λείπουν και έργα μη θρησκευτικού χαρακτήρα (π.χ. επικομυθιστορηματικές συνθέσεις, όπως η Ιστορία του Ζαρέρ και το Βιβλίο των κατορθωμάτων του Αρντασίρ, γιου του Παπάκ). Με την αραβική κατάκτηση του Ιράν, τον 7o αι., άρχισε μια διαδικασία εξισλαμισμού, αλλά η λογοτεχνία, μολονότι το υλικό της αποτελείται από αραβομουσουλμανικά στοιχεία, διατηρεί έντονη ατομικότητα, όπως αποδεικνύουν η άνθηση της επικής και ηρωικής ποίησης, άγνωστη έως τότε στην αραβική λογοτεχνία, και η ανάπτυξη της μυστικοπαθούς φιλοσοφικής ποίησης. Η πρώτη περίοδος της ισλαμικής περσικής λογοτεχνίας φτάνει έως τον 11ο αι. και χαρακτηρίζεται από μια πλούσια ποιητική παραγωγή, κέντρο της οποίας είναι οι πόλεις Μπουχάρα και Γκάζνα. Στην περίοδο αυτή ανήκει o μεγαλύτερος Πέρσης επικός ποιητής Φιρντούσι (περ. 935-1020), που έγραψε το Βιβλίο των βασιλέων, το ποίημα που συγκεντρώνει τον ευρύτερο πυρήνα των αρχαίων ηρωικών θρύλων του Ιράν. H εποχή από τον 11o έως τον 15o αι. αποτελεί το χρονολογικό όριο της κλασικής περιόδου της λογοτεχνίας αυτής, η οποία εξαπλώθηκε στις περιοχές της Εγγύς Ανατολής, της κεντρικής Α. και της Ινδίας. Κοντά στην επική και μυθιστορηματική ποίηση προβάλλει και η ποίηση με αυλικούς και πανηγυρικούς τόνους: μεγάλοι ποιητές της εποχής ήταν ο Ομάρ Καγιάμ, ο Χαφίζ και o Τζαμί. Τον 16ο και 17ο αι., παρά την εκ νέου πολιτική ενοποίηση του Ιράν υπό τους Σαφαβίδες, η ιρανική παράδοση σκόρπισε μέσα στο τουρκικό πολιτιστικό κλίμα που επικράτησε. Η ποίηση ξαναγύρισε στις μορφές και τα μοτίβα του αυλικού και πανηγυρικού είδους, ενώ η πεζογραφία σημείωσε μια πλούσια παραγωγή, κυρίως όμως θεολογικού, νομικού και αξιολογικού χαρακτήρα. Η λογοτεχνική ζωή άνθησε ξανά στο πρώτο μισό του 19ου αι. γύρω στην αυλή των Καγιάρ. Με το τέλος του 19ου αι. η ιρανική λογοτεχνία άρχισε να δέχεται την ευρωπαϊκή επίδραση και να δημιουργεί ανάμεικτες λογοτεχνικές μορφές.
Στην Ινδία τα πρώτα επιγραφικά μνημεία που μπορούν να χρονολογηθούν είναι οι επιγραφές του βασιλιά Ασόκα του 3ου αι. π.Χ. Η εισαγωγή της γραφής όμως υπήρξε κατά πολλούς αιώνες προγενέστερη και η διάδοση του γραφικού συστήματος μπράχμι, από το οποίο προήλθε αργότερα το αλφάβητο ντεβαναγκάρι, ανάγεται πιθανώς στον 9o ή 8o αι. π.Χ. Πριν από την εποχή αυτή και για μια μακρόχρονη περίοδο, η προφορική διάδοση των κειμένων αντικατέστησε γενικά την εργασία της μεταγραφής, γι’ αυτό ένα μεγάλο τμήμα της αρχαιότερης λογοτεχνικής παραγωγής είναι γνωστό μόνο με συνθέσεις ή ανασυνθέσεις νεότερης μάλλον εποχής. Βασικό γνώρισμα της ινδικής λογοτεχνίας είναι η μεγάλη ποικιλία της γλωσσικής έκφρασης. Οι κυριότερες γλώσσες που είχαν φτάσει παλαιότερα σε λογοτεχνικό επίπεδο υπήρξαν η σανσκριτική, η πάλι και η πρακριτική: η πρώτη χρησιμοποιήθηκε στα πεζογραφικά κείμενα της βεδικής περιόδου και στα αρχαία επικά ποιήματα· η δεύτερη στη σύνταξη του λεγομένου νότιου βουδιστικού κανόνα· η τρίτη στα θρησκευτικά κείμενα του τζαϊνισμού. Η βεδική λογοτεχνία –θρησκευτικού χαρακτήρα–περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες έργων: Βέδες, Βραχμάνα, Αρανιάκα και Ουπανισάδ, που μεταδίδονταν προφορικά για αιώνες και καταγράφηκαν πιθανώς στα μέσα της 1ης χιλιετίας π.Χ. Μακρόχρονη προφορική παράδοση πρέπει να είχε και η ινδική επική ποίηση, που οι αρχές της ανάγονται στη βεδική περίοδο. Κύκλοι επικών και ηρωικών ασμάτων αποτελούν πιθανώς τους αρχικούς πυρήνες των δύο μεγάλων ποιημάτων, της Μαχαβαράτα και της Ραμαγιάνα, τα οποία αναπτύσσουν σε κλίμακα εποποιίας το είδος του ηρωικού ποιήματος. Στην επική ποίηση ανήκουν επίσης, κατά ένα μέρος, οι Πουράνα, θρησκευτικά κείμενα που αναφέρονται σε ένα σύνολο παραδόσεων και μύθων, τελετουργικών και λατρευτικών στοιχείων γύρω από κάθε θεότητα. Η αρχαία λογοτεχνία του βουδισμού περιλαμβάνει στον κανόνα Πάλι, τον σανσκριτικό κανόνα, το Mαχαμπάστου και τον Αβαδάνα. Η κανονική λογοτεχνία του τζαϊνισμού, γραμμένη στην πρακριτική γλώσσα, αποτελείται από τους κανόνες των Σβεταμπάρα και των Ντιγκαμπάρα. Μεγάλο μέρος της θρησκευτικής αυτής λογοτεχνίας συγκεντρώνει πολύ αφηγηματικό υλικό, που προέρχεται από τη μεγάλη ινδική διηγηματογραφία: τυπική με αυτή την έννοια είναι η Τζατάκα (Βιβλία των αναγεννήσεων), μια σειρά αφηγημάτων στα οποία αναμειγνύονται η πρόζα και οι στίχοι. Στη συνέχεια, η ινδική λογοτεχνική παραγωγή κινείται πάνω σε δύο παράλληλες γλωσσικές γραμμές: τη σανσκριτική και την πρακριτική. Κωδικοποιημένη από τους γραμματικούς γύρω στον 4o αι. π.Χ. στην κλασική της μορφή, η σανσκριτική αναπτύσσει μια τεράστια σε έκταση λογοτεχνία, που φτάνει στην πιο υψηλή στάθμη της στην περίοδο Γκούπτα, μεταξύ 4ου και 7ου αι. μ.Χ. Μεγάλοι ποιητές της περιόδου αυτής είναι οι Καλιδάσα, Βισακχαντάτα καιΑμαρασίμπα. Από τον 7o αι. αρχίζει η προοδευτική παρακμή της σανσκριτικής λογοτεχνίας που συνέπεσε με τη γρήγορη άνοδο σε λογοτεχνικό επίπεδο άλλων γλωσσών, οι οποίες αντιπροσωπεύουν στάδια ανάπτυξης της ινδοαριανικής και της δραβιδικής. Η λογοτεχνική παραγωγή θρυμματίζεται έτσι σε πλήθος τοπικών γλωσσικών εκδηλώσεων. Όλα όσα γράφονται δεν απομακρύνονται γενικά από τη γραμμή της κλασικής παράδοσης και οι πηγές έμπνευσης εξακολουθούν να είναι κυρίως θρησκευτικές, προπάντων ινδουιστικές και βραχμανικές, κατά ένα μέρος όμως και τζαϊνικές. Μόνο στη Βεγγάλη επιζεί η βουδιστική παράδοση. Από τον 16o αι. και ύστερα, διαπιστώνεται στις αφηγήσεις ηρωικών κατορθωμάτων και στην ποίηση η ισλαμική επίδραση, ενώ η πεζογραφία στο σύνολό της παραμένει πιστή για πολύ καιρό στα μυθολογικά θέματα και σε αυτά που προέρχονται από το κλασικό έπος και μόνο σε μεταγενέστερη εποχή αντλεί από το μεσαιωνικό υλικό, επεξεργαζόμενη ηρωικές αφηγήσεις και ερωτικές ιστορίες. Στον 17ο αι. η επίδραση της ισλαμικής λογοτεχνίας είναι στην Ινδία γενική και βαθιά, είτε στα έργα φαντασίας, που παίρνουν το υλικό τους από τους μύθους και τους θρύλους της μουσουλμανικής παράδοσης, είτε στα κείμενα της λόγιας παράδοσης. Από τον 19o αι. η πολιτιστική κληρονομιά της Ινδίας ανανεώνεται προοδευτικά όσο πληθαίνουν οι επαφές με τη Δύση και η γνωριμία με τις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες δίνει νέα κατεύθυνση στη λογοτεχνία.
Στην Κίνα τα αρχαιότερα γραπτά μνημεία, γλωσσικά και λογοτεχνικά, ανάγονται στους τελευταίους αιώνες της 2ης χιλιετίας π.Χ. και αποτελούνται από επιγραφές. Η καθαυτό λογοτεχνική παραγωγή άρχισε μόνο στην επόμενη χιλιετία. Μεταξύ των αρχαιότερων έργων συγκαταλέγονται μερικές συλλογές που αποδίδονται στον Κομφούκιο και στη σχολή του: το Βιβλίο των ντοκουμέντων, το Βιβλίο των ωδών, το Βιβλίο των αλλαγών. Στο δεύτερο μισό της ίδιας χιλιετίας ανήκει και το Βιβλίο της Οδού (Τάο) και της Αρετής, που αποδίδεται στον Λάο Τσέ. Στην εποχή των Χαν (206 π.Χ. – 220 μ.Χ.) γεννήθηκε το ιστοριογραφικό είδος· ένας από τους μεγαλύτερους αντιπροσώπους του είναι ο Σε-μα Τσ’ιέν, συγγραφέας των Ιστορικών Απομνημονευμάτων σε 130 κεφάλαια· άλλο ονομαστό έργο ιστοριογραφίας είναι η Ιστορία των προηγηθέντων Χαν, γραμμένη από τον Παν Κου και άλλα μέλη της οικογένειάς του. Κατά την περίοδο των Έξι Δυναστειών, δηλαδή από τον 5ο έως τον 6ο αι. μ.Χ., άνθησε στην Κίνα έντονη λογοτεχνική δραστηριότητα. Η εισαγωγή του βουδισμού σημείωσε την απαρχή μιας τεράστιας προσπάθειας για τη μετάφραση ιερών κειμένων και συλλογών σχολίων και δοκιμίων. Με τις δυναστείες Σούι και Τ’ανγκ (μεταξύ 589 και 907) η κινεζική λογοτεχνία μπαίνει στη χρυσή της περίοδο. Στην εποχή αυτή ανήκουν μερικοί ποιητές με πλούσια έμπνευση, όπως o Λι Πο, ενώ στην πεζογραφία ξεχωριστή θέση αποκτά η διηγηματογραφία (ερωτικές ιστορίες, διηγήματα περιπετειών)· καλλιεργείται επίσης και η δοκιμιογραφία. Η μη δημιουργική λογοτεχνία αναπτύσσεται ευρύτερα κατά τη διάρκεια της δυναστείας Σουνγκ (960-1279), με φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα. Η δυναστεία Γιαν (1279-1368) συμβάλλει στην ανάπτυξη του θεάτρου και του μυθιστορήματος, που θα παραμείνουν για πολλούς αιώνες τα πιο ενδιαφέροντα είδη ολόκληρης της κινεζικής λογοτεχνικής παραγωγής. Το μυθιστόρημα ειδικά γίνεται λαϊκό λογοτεχνικό είδος: γραμμένο σε μια γλώσσα προσιτή στις λιγότερο καλλιεργημένες τάξεις, προκαλούσε την περιφρόνηση των λογίων οπαδών του κομφουκιανισμού. Ένα από τα παλαιότερα μυθιστορήματα που ανάγεται στον 14o αι. και το έγραψε ίσως ο Λο Κουανσούνγκ, τιτλοφορείται Τομυθιστόρημα των Τριών Βασιλείων και αναπτύσσει σε αφηγηματικές μορφές μια λαϊκή εποποιία. Στην εποχή των Μινγκ (1368-1644) και ακριβώς στον 16ο αι. ανήκει το Τσιν Πινγκ Μέι, ιστορία της ζωής ενός πλούσιου εμπόρου και των πολυάριθμων ερωτικών περιπετειών του, ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα, στα οποία η πλοκή αναπτύσσεται γύρω από τη μορφή ενός μοναδικού πρωταγωνιστή. Στη διάρκεια της δυναστείας των Μινγκ, η φιλολογική πεζογραφία αριθμεί μια μνημειώδη εγκυκλοπαίδεια, το Γιουνγκ λο Τατιέν, σε 22.877 τόμους. Με την επόμενη δυναστεία των Τσινγκ (1644-1912), η κινεζική αφηγηματική πεζογραφία έφτασε σε μια από τις ψηλότερες κορυφές της με το μυθιστόρημα Το όνειρο του κόκκινου δωματίου, γραμμένο τον 18ο αι. από τους Τσ’άο Χσουέχ’ιν και Κάο E, στο οποίο παρουσιάζεται η ιστορία μιας μεγάλης οικογένειας. Τον 19ο και 20ό αι. η κινεζική λογοτεχνία υπέστη την επίδραση των δυτικών λογοτεχνιών και άρχισε να εμφανίζει τα πρώτα έργα της με σαφή κοινωνικό προβληματισμό.
Η πολιτιστική εξέλιξη της Ιαπωνίας παρουσιάζει έναν σταθμό αποφασιστικής σημασίας με την εισαγωγή της κινεζικής γραφής, που έγινε τον 4o αι. μέσω της Κορέας. Η διείσδυση του βουδισμού και του κινεζικού πολιτισμού οδήγησε σε μια πλήρη ανανέωση της ιαπωνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Τα πρώτα σημαντικά κείμενα της λογοτεχνίας ανάγονται στον 8o αι. Στην εποχή αυτή ανήκουν δύο έργα, μυθολογικού και ιστορικού περιεχομένου: το Κοζίκι (Αναμνήσεις των γεγονότων της αρχαιότητας)και το Νιχόμ-σόκι (Χρονικά της Ιαπωνίας). Εκτός από την ιστοριογραφική παραγωγή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει από την εποχή αυτή η ποιητική παραγωγή: η Μανιόσου (Συλλογή των δέκα χιλιάδων φύλλων)και η Κοκίνσου, μια ανθολογία ποιημάτων διαφόρων εποχών. Στις αρχές του 10ου αι. η αφηγηματική πεζογραφία σημείωσε μεγάλη ανάπτυξη με τους Μονογκατάρι·η Σικίμπου Μουρασάκι, που έζησε ανάμεσα στον 10o και 11o αι., έγραψε το περίφημο Γκεντζί Μονογκατάρι (Ιστορία του ηγεμόνα Γκεντζί). Τα θέματα της μετέπειτα αφηγηματικής πεζογραφίας συνδέονται με τους μεγάλους πολιτικούς αγώνες. Ο 14ος και ο 15ος είναι οι αιώνες της επιτυχίας του θεατρικού δράματος, ενώ σε μεταγενέστερη εποχή η διάδοση του πνευματικού πολιτισμού σε αρκετά μεγάλα στρώματα του πληθυσμού ευνοεί την εμφάνιση μιας ποίησης και μιας πεζογραφίας που καθρεφτίζουν, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, τη ζωή, τα αισθήματα και τα προβλήματα του λαού·μεγάλη ανάπτυξη σημείωσε ιδιαίτερα η διηγηματογραφία. Και το θέατρο, στο μεταξύ, εξελίσσεται σε μορφές λιγότερο αυλικές: στο ρεπερτόριο του νο προστέθηκε το ρεπερτόριο του καμπούκι. Από τα μέσα του 19ου αι., η ιαπωνική λογοτεχνία προσανατολίζεται στα δυτικά πρότυπα.
Τέχνη.Η τέχνη αντιπροσωπεύεται στην Α. από μια ποικιλία εκφράσεων που καλλιέργησαν, στις διάφορες περιοχές, μορφές και είδη ανάλογα με τις συνήθειες της ζωής και την πολιτιστική κληρονομιά κάθε λαού. Σημαντική επίδραση στην πολιτιστική και καλλιτεχνική διαμόρφωση της Α. είχαν οι κλιματολογικές συνθήκες και η μορφολογία του εδάφους στους διάφορους γεωγραφικούς χώρους. Η ασιατική ήπειρος χωρίζεται εγκάρσια σε δύο κύριες επάλληλες ζώνες οι οποίες εκτείνονται από τη Δύση στην Ανατολή. Στη νότια ζώνη το περιβάλλον επέτρεψε την ανάπτυξη γεωργικών πολιτισμών, ενώ στη βορειότερη ζώνη, που αποτελείται από στέπες και τούνδρες, μόνη δυνατότητα διαβίωσης του ανθρώπου προσέφεραν o νομαδισμός και η κτηνοτροφία.
Ενώ στη νότια ζώνη εμφανίστηκαν οι μεγάλοι αστικοί πολιτισμοί και οι εθνικοί πολιτικοί οργανισμοί, στην περιοχή των στεπών ο νομαδικός βίος εμπόδισε τη μόνιμη εθνικοπολιτική συγκρότηση. Οι διαφορές των συνθηκών διαβίωσης και των τύπων της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης είχαν σημαντικές συνέπειες στον πολιτισμό και την τέχνη. Στη μνημειακή τέχνη των μεγάλων εθνών αντιτάσσεται η διακοσμητική τέχνη των νομάδων. Αλλά οι μόνιμοι δεν χωρίζονται ποτέ από τους νομάδες με σαφή όρια. Εκτός από τους μεικτούς πολιτισμούς των συνοριακών περιοχών άνθησαν, στις κοιλάδες των ποταμών και στις οάσεις, σύνθετοι πολιτισμοί, κράματα ποικίλων πολιτιστικών ρευμάτων και ανέλαβαν τον ρόλο του συνδέσμου και της ανταλλαγής μεταξύ εδραίων και νομαδικών λαών της ασιατικής ηπείρου.
Στη νότια ζώνη της δυτικής και ανατολικής Α. αναπτύχθηκαν τέσσερα κύρια πολιτιστικά κέντρα: η Μεσοποταμία, το Ιράν, η Κίνα και η Ινδία.
Η κεντρική Α. ήταν για πολλούς αιώνες περιοχή επαφών και ανταλλαγών. Από αυτή πέρασαν οι μεταναστεύσεις, εκεί πύκνωσε το εμπόριο και διαδόθηκαν οι ιδέες και οι θρησκείες. Μεγάλη σημασία για την εξέλιξη της ασιατικής τέχνης στην αρχαιότητα είχαν οι κατά καιρούς επιδράσεις των δυτικών πολιτισμών, ιδιαίτερα του ελληνικού και του ρωμαϊκού. Αλλά και αντίστροφα, σε διάφορες εποχές η τέχνη της Α. επηρέασε πολύ την αρχαία ελληνική και τη ρωμαϊκή.
Στην περιοχή της Μεσοποταμίας πραγματοποιήθηκε ένας μεγάλος κύκλος πολιτιστικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας που άρχισε από την 5η-4η χιλιετία π.Χ. . Ένα μέρος της αρχαιότερης καλλιτεχνικής παραγωγής αντιπροσωπεύεται από μία κεραμική, με γραπτά γεωμετρικά και νατουραλιστικά σχέδια, πολύ συγγενική με τη σύγχρονή της του οροπεδίου του Ιράν. Από την 4η χιλιετία π.Χ. αναπτύχθηκε σε ορισμένα αστικά μεσοποταμιακά κέντρα μια μνημειώδης αρχιτεκτονική, θρησκευτική και κοσμική.
Κατά την 3η χιλιετία π.Χ. ο σουμερικός πολιτισμός σταθεροποιείται και η αρχιτεκτονική δημιουργεί χαρακτηριστικά επιβλητικά κτίρια: ναούς με επάλληλους μεγάλους εξώστες συνδεδεμένους με κλίμακες και ανάκτορα περιβαλλόμενα από ψηλά τείχη με αμυντικούς πύργους στις πλευρές των εισόδων. Αλλά και οι εικαστικές τέχνες προαγγέλλουν σημαντικές εξελίξεις· η γλυπτική παράγει περίοπτα αγαλματίδια, συμβολικά ή αναθηματικά, και δοκιμάζει το ανάγλυφο σε πλάκες ή αναμνηστικές στήλες. Η μικροτεχνία προοδεύει και τελειοποιούνται η χρυσοχοϊκή και η χάραξη σκληρών λίθων. Η σουμερική τέχνη αποβλέπει κυρίως στην έξαρση των θρησκευτικών αξιών και του βασιλικού θεσμού. Αυτό το βασικό χαρακτηριστικό της διατηρείται σχεδόν αναλλοίωτο σε όλη τη διαδρομή της καλλιτεχνικής παραγωγής της Μεσοποταμίας και τροφοδοτείται από τις συχνές επαφές με την τέχνη της Αιγύπτου και των άλλων χωρών της ανατολικής Μεσογείου.
Κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. οι Βαβυλώνιοι και οι Ασσύριοι πραγματοποιούν νέες εξελίξεις στη σουμερική τέχνη. Τις παραμυθένιες πόλεις της Ασσούρ, της Νινευή, της Κάλαχ και των Αρβήλων κοσμούν λαμπρά και επιβλητικά κτίρια με χαρακτηριστικούς εξώστες, και πυργοειδείς ναοί. Οι εικαστικές τέχνες γνωρίζουν μεγάλη άνθηση και ιδιαίτερα η γλυπτική, που εκδηλώνει με περίοπτα έργα, αλλά προπάντων με ανάγλυφα, την έφεση προς την επισημότητα και το μεγαλείο. Στο ανάγλυφο, η αφηγηματική διάθεση εκφράζεται με διαδοχικές ρεαλιστικές σκηνές, που έχουν σκοπό να υμνήσουν και να διαιωνίσουν τα κατορθώματα των βασιλιάδων και των ηρώων· αλλά η αναπαραστατική γλώσσα παραμένει ακόμα συμβατική και σχηματική, και o βασικός νόμος της μετωπικότητας συντείνει στην ακαμψία των μορφών. Στην 1η χιλιετία π.Χ. οι εξελίξεις της τεχνικής προαγγέλλουν μεγαλύτερη ελευθερία και ζωντάνια, αλλά με την καλλιτεχνική επιρροή της Ελλάδας, των πολιτισμών της ανατολικής Μεσογείου και κυρίως του Ιράν, η μεσοποταμιακή τέχνη κλείνει τον κύκλο της μεγάλης σουμερικής παράδοσης, μεταβαλλόμενη σε επαρχιακή έκφραση του ιρανικού πολιτισμού.
Το Ιράν από την αρχή της πολιτιστικής του εξέλιξης είναι ο σύνδεσμος της δυτικής Α. και της ανατολικής Μεσογείου με την κεντρική και ανατολική Α. Η παλαιότερη καλλιτεχνική παραγωγή του, μολονότι επηρεάζεται από ποικίλα ρεύματα, έχει έναν σαφώς καθορισμένο χαρακτήρα και μια ξεχωριστή αναπαραστατική δύναμη. Τα διακοσμητικά θέματα της κεραμικής αντλούνται από την πραγματικότητα, και μάλιστα από το ζωικό βασίλειο, και αποδίδονται με μορφολογικές σχηματοποιήσεις. Από την 3η χιλιετία π.Χ. η μεταλλοτεχνία αναπτύσσει μια πλούσια καλλιτεχνική παραγωγή, όπως απέδειξαν τα ευρήματα του Λουριστάν. Στους ιστορικούς χρόνους, με τη δυναστεία των Αχαιμενιδών (557-331 π.Χ.) ανθεί η περσική τέχνη. Τέχνη βασιλική, προορισμένη να δοξάσει το ιδανικό της παγκόσμιας κυριαρχίας, εκφράζεται με πληρότητα στην αρχιτεκτονική των ανακτόρων, των ναών και των ταφικών μνημείων. Τα βασιλικά ανάκτορα των Σούσων και της Περσέπολης, επιβλητικές πέτρινες κατασκευές οικοδομημένες πάνω σε τεράστια κρηπιδώματα, έχουν έναν πλούσιο και μεγαλοπρεπή γλυπτικό διάκοσμο με μορφές δαιμόνων, φτερωτών ταύρων, τεράτων και ανθρώπων, που βασίζονται σε μεσοποταμιακά πρότυπα.
Ο πολιτισμός των Αχαιμενιδών ακτινοβολεί σε περιοχές πολύ απομακρυσμένες. Προωθείται στον Καύκασο, τη νότια Ρωσία, την κεντρική Α. και την Ινδία, αλλά προπάντων διαποτίζει την Εγγύς Ανατολή. Με το τέλος της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, η περσική τέχνη δέχεται την επίδραση της ελληνικής και παράλληλα μπορεί να διακρίνει κανείς σε αυτήν την επαναφορά προαχαιμενιδικών μορφών και την προσθήκη πολυάριθμων κεντροασιατικών στοιχείων. Κατά τη σασσανιδική περίοδο (224-651 μ.Χ.) ο περσικός χώρος ανασυγκροτείται πολιτικά κάτω από μια εθνική δυναστεία και η τέχνη επανέρχεται στην εγκωμιαστική εκδήλωση, απηχώντας αρχαίες αχαιμενιδικές πραγματοποιήσεις. Η αίσθηση του μνημειακού προβάλλεται πάλι με τις μεγάλες αρχιτεκτονικές κατασκευές και τα λαξευμένα στους βράχους κολοσσιαία γλυπτά και μια έντονη διακοσμητική διάθεση αναζωογονεί όλη τη βιοτεχνία και μάλιστα την κεραμική και τη μεταλλουργία που παράγει αντικείμενα με ανάγλυφες και εσώγλυφες διακοσμήσεις. Με τη σασσανιδική τέχνη συνδέεται άμεσα η μεταγενέστερη περσική καλλιτεχνική δραστηριότητα, της ισλαμικής περιόδου, που συνεχίζεται για περισσότερα από χίλια χρόνια, έως την εποχή μας.Έτσι η περσική τέχνη, ενώ αφομοιώνει τις αραβομουσουλμανικές ιδέες, δεν χάνει τους χαρακτήρες της παράδοσής της και δημιουργεί μια σύνθετη έκφραση με αυθεντικές αξίες, όπως τα κομψά αρχιτεκτονήματα, τα έργα της κεραμικής, της χαλκοτεχνίας και προπάντων της μικρογραφίας. Το τελευταίο αυτό είδος έφτασε σε τέτοια τελειότητα ώστε κατέκτησε όλο τον ισλαμικό κόσμο.
Η εξάπλωση του ισλαμισμού στις περιοχές της Εγγύς και Μέσης Ανατολής είχε βαθιές συνέπειες στην πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή των διαφόρων χωρών. To Ισλάμ επεξεργάστηκε και συγχώνευσε τις ποικίλες καλλιτεχνικές εκφράσεις και σχημάτισε, από την αφομοίωση στοιχείων διαφορετικής προέλευσης και εποχής, μια ενιαία γλώσσα. Οι αρχές της ισλαμικής τέχνης μπορούν να τοποθετηθούν περίπου στο δεύτερο μισό του 7ου αι. μ.Χ., όταν η δυναστεία των Ομεϊάδων μετέφερε το χαλιφάτο στη Δαμασκό. Την πρώτη αυτή περίοδο χαρακτηρίζει έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Η αστική αρχιτεκτονική πραγματοποιεί την ανέγερση μεγάλων κατοικιών, μαυσωλείων και καταλυμάτων για τη στάθμευση των καραβανιών, ενώ η θρησκευτική δημιουργεί πολλά τεμένη και κοινοβιακά κτίρια, πλουτίζοντας τις προϊσλαμικές αραβικές μορφές με υστεροελληνιστικά, κοπτικά και σασσανιδικά στοιχεία. Η σασσανιδική ιδιαίτερα επιρροή είχε βαθιές απηχήσεις σε όλη την καλλιτεχνική παραγωγή του Ισλάμ και σε αυτή οφείλεται κατά ένα μέρος το διακοσμητικό πνεύμα που κυριάρχησε στη μουσουλμανική αρχιτεκτονική. Από τον 8o αι. προστέθηκε στην περσική επίδραση και η τουρκική. Με την ανάληψη του χαλιφάτου από τους Αβασίδες, η πολιτική εξουσία μετατοπίζεται στο Ιράκ και ιδρύεται η νέα πρωτεύουσα, η Βαγδάτη. Τον 10ο αι., η συνεχώς αυξανόμενη αντίδραση της Περσίας στο αραβικό στοιχείο ευνοεί μια επιστροφή στις σασσανιδικές παραδόσεις. Κατά τις επόμενες περσομογγολικές φάσεις, τα καλλιτεχνικά ρεύματα, συνδυάζοντας το ιρανικό με το ινδικό στοιχείο, δημιουργούν την αποκαλούμενη ινδοϊσλαμική ζωγραφική σχολή. Από τα μέσα περίπου του 15ου αι., η εισροή των οθωμανικών φύλων επηρεάζει όλη την ισλαμική τέχνη και συμβάλλει στην προβολή νέων μορφολογικών κατευθύνσεων. Στην Περσία, η δυναστεία των Σαφαβιδών φέρνει μια εθνική αναγέννηση και η τέχνη γνωρίζει νέα περίοδο προόδου. Κατασκευάζονται μεγάλα αρχιτεκτονήματα και τελειοποιούνται ορισμένα είδη της βιοτεχνίας· μάλιστα η υφαντική παράγει τότε τα καλύτερα δείγματά της. Από τον 18ο αι. οι επαφές με τον δυτικό πολιτισμό γίνονται συχνότερες και η ισλαμική τέχνη, χωρίς να έχει ακόμα ολοκληρώσει την ωρίμανση των τελευταίων εξελίξεών της, καταλήγει σε ανάμεικτες καλλιτεχνικές μορφές.
Από τα μέσα της 3ης έως τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. εμφανίζεται στο ινδοπακιστανικό έδαφος ένας πολιτισμός με κυριότερα κέντρα τη Χαράπα, τη Μοχεντζοντάρο και άλλα μικρότερα, όλα σχεδόν κατά μήκος της κοιλάδας του Ινδού ποταμού. Τα ευρήματα της καλλιτεχνικής παραγωγής, συνήθως χάλκινα αγαλματίδια και κυρίως σφραγίδες με απεικονίσεις ζώων, παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με μεσοποταμιακά και ιρανικά έργα. Η αρκετά προηγμένη αναπαραστατική αυτή τέχνη ανακόπτεται τους τελευταίους αιώνες της 3ης χιλιετίας π.Χ. με την εισβολή των Αρίων. Η ανάπτυξη της ινδικής τέχνης σταματά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και ξαναρχίζει μόνο μετά τα μέσα της 1ης χιλιετίας μ.Χ. με την επίδραση της υστεροαχαιμενιδικής τέχνης και τη διάδοση του βουδισμού. Οι πρώτες μεγάλες εξελίξεις παρουσιάζονται την εποχή της δυναστείας των Μωρία (3ος-2ος αι. π.Χ.). Χτίζεται το μεγάλο αυτοκρατορικό ανάκτορο της Παταλιπούτρα, χαράζονται αναρίθμητες ενεπίγραφες μονολιθικές στήλες, λαξεύονται σε βράχους ιερά και κατασκευάζονται οι πρώτες στούπες, μνημεία προοριζόμενα για την κάλυψη ιερών λειψάνων ή αφιερωμένα σε σημαντικά γεγονότα της ζωής του Βούδα. Η θεματογραφία πλουτίζεται με ελληνιστικά πρότυπα και η θρησκευτική εικονογραφία οργανώνεται κατά το υπόδειγμα του κλασικού κόσμου. Από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, οι σχολές της βουδιστικής τέχνης επικρατούν σε όλη σχεδόν την Ινδία και οδηγούν στην ενοποίηση των παραδοσιακών ινδικών και των ξένων στοιχείων, που πραγματοποιείται τελικά στην τέχνη των Γκούπτα (4ος-8ος αι. μ.Χ.). Την εποχή αυτή γεννιέται και η ινδουιστική τέχνη, η οποία δημιουργεί νέα σχέδια ναών, νέους εικονογραφικούς τύπους και εκφράζει τα ιδανικά της με μορφολογική τελειότητα. Έπειτα, η παραγωγή ακολουθεί ποικίλους ρυθμούς, διανύει μια περίοδο μίμησης παραδοσιακών προτύπων και ανανεώνεται τον 8o αι. με την άνθηση της τέχνης Πάλα. Μετά τον 8ο αι. ο ισλαμισμός, με αφετηρία το ανατολικό Ιράν, διεισδύει προοδευτικά στην Ινδία και από τον 12o έως τον 14o αι. κατακτά σημαντική θέση, φέρνοντας ριζική επανάσταση στην τέχνη και την πολιτιστική ζωή της χώρας. Η γηγενής ινδική παράδοση υποκαθίσταται κατά ένα μεγάλο μέρος από ξένα καλλιτεχνικά ρεύματα. Η ισλαμική τέχνη φτάνει στο κορύφωμά της από τον 15o έως τον 17o αι. με το επιβλητικό Τατζ Μαχάλ στην Άγκρα, το αυτοκρατορικό ανάκτορο του Δελχί και τα μεγάλα τεμένη στην Άγκρα και στο Δελχί, μνημεία στα οποία πραγματοποιείται ένας θαυμαστός συγκερασμός περσικών επιδράσεων και ινδικών αρχιτεκτονικών παραδόσεων. Παρόμοιος συνδυασμός περσικών και ινδικών στοιχείων χαρακτηρίζει και τη ζωγραφική αυτής της εποχής και ιδιαίτερα τη μικρογραφία, όπου ο ινδικός νατουραλισμός ενεργεί ως αναζωογονητική δύναμη στην αριστοκρατική και κάπως συμβατική αβρότητα των ιρανικών προτύπων. Τον 19ο αι. η ινδική τέχνη αρχίζει να αναγεννιέται και να προαναγγέλλει μια σύγχρονη καλλιτεχνική διατύπωση μέσα από το πρίσμα της αρχαίας κλασικής παράδοσης. Ακολουθώντας τους εμπορικούς δρόμους της ξηράς και της θάλασσας, η ινδική επίδραση έφτασε σε όλη την κεντρική και ανατολική Α. έως τις περιοχές των νησιών του Ινδικού και του Ειρηνικού ωκεανού. Την επιβολή της στον πολιτιστικό και καλλιτεχνικό κόσμο της Ανατολής υποβοήθησε το μεγάλο έργο του θρησκευτικού προσηλυτισμού που είχε αρχίσει η Ινδία από τους τελευταίους ακόμα προχριστιανικούς αιώνες. Στηριγμένη στον βουδισμό και κατά δεύτερο λόγο στον βραχμανισμό, μια τέχνη ερμηνευτική των πνευματικών αξιών αυτών των θρησκειών απλώθηκε στην ασιατική ήπειρο, το Αφγανιστάν, την κεντρική Α., την Κίνα, την Κορέα, την Ιαπωνία, την Ινδοκίνα και την Ινδονησία.
Οι αρχαιότερες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της Κίνας ανάγονται στη νεολιθική εποχή και τεκμηριώνονται από μια πλούσια κεραμική με γεωμετρικές διακοσμήσεις. Την εποχή του χαλκού, δηλαδή από τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ., η ανατέλλουσα αστική ζωή αντανακλάται βαθύτατα στην καλλιτεχνική παραγωγή της χώρας. Η τέχνη του χαλκού διατηρείται σε όλη την 1η χιλιετία π.Χ. και κορυφώνεται στα σχήματα και τη διακόσμηση των τελετουργικών αγγείων. Τους τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες αναπτύσσονται και οι εικαστικές τέχνες. Η γλυπτική σε πέτρα δημιουργεί μορφές πραγματικών ή φανταστικών ζώων και η πηλοπλαστική αγαλματίδια από ψημένη άργιλο. Οι ρυθμολογικές κατευθύνσεις που διαγράφονται την εποχή αυτή διατηρούνται στην εικαστική θεματολογία των επόμενων εποχών και καταλήγουν αργότερα, με τη βουδιστική τέχνη, σε τελειοποιημένες εκφραστικές μορφές. Κατά τον 3o και 4o αι. μ.Χ. αναπτύσσεται και η ζωγραφική και ξεχωρίζει η καλλιτεχνική προσωπικότητα του Κου Κ’άι-τσι (345-405). Τον 5o αι. στη βόρεια Κίνα κυριαρχούν οι Ταμπγκάτς, η τέχνη εμπνέεται από τον βουδισμό και δέχεται κεντροασιατικές επιρροές. Τη ζωγραφική εκπροσωπούν τα βραχογραφήματα του Τουν-Χουάνγκ και τη γλυπτική τα μεγάλα σύνολα του Γιν-Κανγκ και του Λουνγκ-μεν με τις σκαλισμένες στους βράχους κολοσσιαίες μορφές θεοτήτων. Την εποχή της δυναστείας Τ’ανγκ (618-907), η κινεζική καλλιτεχνική παραγωγή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Μετά την ευρεία εξάπλωση του βουδισμού η αρχιτεκτονική επεξεργάζεται νέα πρότυπα και ιδιαίτερα τις παγόδες, οικοδομήματα πολυώροφα με τετράγωνο ή πολυγωνικό διάγραμμα και επάλληλες στέγες. Η γλυπτική αφομοιώνει ξένες επιδράσεις που απομακρύνουν κάποτε τα υψηλής ποιότητας έργα της από τη βουδιστική εικονογραφία. Η ζωγραφική αγγίζει το ύψιστο σημείο της στην εποχή Σουνγκ (960-1279), όταν και η κατεργασία της πορσελάνης φτάνει σε αξιόλογο επίπεδο. Με τη δυναστεία Γιαν (1279-1368), η ζωγραφική συνεχίζει τη μεγάλη ανοδική πορεία της και εμπλουτίζει τις παραδοσιακές απεικονίσεις τοπίων με μογγολικής έμπνευσης επικά και ιπποτικά θέματα. Η δυναστεία Μινγκ (1368-1644) ευνοεί την αναβίωση παλαιότερων καλλιτεχνικών τάσεων και πραγματοποιεί τα ωραιότερα έργα της στην πορσελάνη. Η δυναστεία των Τσ’ινγκ (1644-1912)καθορίζει την τελευταία περίοδο της κινεζικής καλλιτεχνικής παραγωγής και αρχίζει να δέχεται τις πρώτες ευρωπαϊκές επιδράσεις.
Η πολιτιστική και καλλιτεχνική κληρονομιά της Ιαπωνίας υφίσταται βαθιά μεταβολή περίπου τον 5o και 6o αι. με τη διείσδυση το κινεζικού πολιτισμού και του βουδισμού. Η αρχιτεκτονική, παράλληλα με τις πατροπαράδοτες τεχνικές, αρχίζει να κατασκευάζει από τον 7o αι. τους πρώτους βουδιστικούς ναούς, παρόμοιους με τους βασικούς τύπους των κινεζικών. Αλλά και οι εικαστικές τέχνες εμπνέονται τα θέματά τους σχεδόν αποκλειστικά από τον βουδισμό. Βαθμιαία η γλυπτική, αλλά κυρίως η ζωγραφική, αναπτύσσει μορφές περισσότερο αυτόνομες και με κοσμικές προθέσεις. Η δυτική επίδραση αρχίζει από τον 16o-17o αι. και είναι έκδηλη στη φρουριακή αρχιτεκτονική. Αντίθετα ένα άλλο είδος τέχνης, η ξυλογραφία, με κυριότερους εκπροσώπους τον Ουταμάρο (1753-1806), τον Χοκουζάι (1760-1849)και τον Χιροσίγκε (1797-1858), επηρεάζει με τη σειρά της βαθύτατα τα ευρωπαϊκά ζωγραφικά ρεύματα κατά τη διάρκεια του 19ου αι.
Μουσική.Δεν είναι δυνατόν να δώσει κανείς με τρόπο ενιαίο τις γενικές γραμμές της ιστορίας του ασιατικού μουσικού πολιτισμού. Οι αρχαιότατες και πολλαπλές του εκδηλώσεις χάνονται στα βάθη των αιώνων και συγχέονται με τους θρύλους και τις παραδόσεις, ενώ η καθεμία από τις επιμέρους περιοχές έχει έναν δικό της αυτόνομο πολιτισμό με διαφορετικά κάθε φορά χαρακτηριστικά στοιχεία. Ωστόσο, με το πέρασμα των αιώνων προβάλλουν ορισμένες κοινές τάσεις που δείχνουν συχνά παράλληλη πορεία και κοινή προέλευση. Έτσι, για παράδειγμα, η μυθολογία σε διάφορες χώρεςκαι εποχές στάθηκε η πηγή απ’ όπου ξεπήδησε η μουσική. Φτάνει να αναλογιστεί κανείς πως στην Κίνα, την Ινδία και το Ιράν τα διάφορα μουσικά συστήματα –που ήταν πάντα αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής των αυτοκρατόρων και των φιλοσόφων– αντανακλούσαν την τάξη του σύμπαντος. Στην Ινδία οι βαθμίδες της μουσικής κλίμακας (δηλαδή οι μουσικοί φθόγγοι) γράφονταν με τα σύμβολα των πλανητών που ήταν γνωστοί στην αρχαιότητα.
Στην Περσία οι λεγόμενοι Επτά πραγματικοί τρόποι, που τους διατύπωσε o Αλ-Μασούντι τον 10ο αι., εξομοίωναν το μουσικό γίγνεσθαι με τους εποχικούς κύκλους και τους νόμους του σύμπαντος, με όλες τις συνέπειες που πίστευαν πως μπορεί να έχει η κοσμική επίδραση στη ζωή του ανθρώπου.
Στην Κίνα η εξομοίωση της μουσικής με τα συστήματα του σύμπαντος όχι μόνο έγινε σε πολύ παλαιά εποχή (3η χιλιετία π.Χ.) αλλά και με πολύ αυστηρά καθορισμένο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι o Χουάνγκ-τι (2700 π.Χ.) έδωσε στους 12 λου –μουσικούς φθόγγους που παράγονται από ισάριθμους αυλούς διαφορετικού τονικού ύψους– ονόματα και αξίες που αντιστοιχούν στις ώρες της ημέρας και στις εποχές του έτους. Στη μουσική πράξη μια τέτοια διάταξη, που ενώνει τη θεοποίηση του αυτοκράτορα (ο βασικός φθόγγος της κινεζικής μουσικής κλίμακας ονομαζόταν και αυτοκρατορικό παλάτι) με την ανύψωση της μουσικής σε στοιχείο του σύμπαντος, είχε συνέπεια να λείψει η λαϊκή μουσική ως αυτόνομη και ανεξάρτητη από την έντεχνη παραγωγή.
Έτσι, ακόμα και οι μουσικές γιορτές, που είχανσχέση με τις εποχές του χρόνου και τις αντίστοιχες εργατικές δραστηριότητες, οι οποίες ανάγονται στον ίδιο κύκλο του σύμπαντος, γίνονταν με την άδεια και την καθοδήγηση του αυτοκράτορα και ήταν στενά δεμένες με την τελετουργική επισημότητα της έντεχνης μουσικής, με την πλατιά της μελωδική γραμμή και τη συμμετοχή πληθώρας μουσικών οργάνων.
Στην Ινδία η ποικιλία των οργάνων ανταποκρίνεται σε τάσεις που διακρίνονται αργότερα και στη δυτική μουσική.
Στις μουσικές παραδόσεις του Ιράν, της Ινδίας και της Κίνας, που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά παρά το ότι είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους (μόλις τον περασμένο αιώνα άρχισαν μορφωτικές ανταλλαγές με πλούσιες συνέπειες ακόμα και στον μουσικό τομέα), αντιπαρατίθεται η διαφορετική ιστορική εξέλιξη της ρωσικής μουσικής και ο μουσικός πλούτος των χωρών της νότιας Α., της Άπω Ανατολής και των μεγάλων Αρχιπελάγων.
Η τουρκική μουσική ανήκει στον κύκλο της αραβικής επιρροής, ενώ η Ινδοκίνα βρίσκεται στην κινεζική σφαίρα επιρροής, με λίγες εξαιρέσεις στην περιοχή του Βιετνάμ. Ωστόσο, η κινεζική μουσική δεν κατάφερε πάντα να υποκαταστήσει τις τοπικές παραδόσεις στις γειτονικές χώρες. Στα μεγάλα ασιατικά αρχιπελάγη αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία ο μουσικός πολιτισμός της Ινδονησίας, όπου οι πολλαπλές πολιτιστικές επιδράσεις κινεζικής, ινδικής, περσικής και αραβικής προέλευσης, δεν κατάφεραν ποτέ να παραμερίσουν την τοπική μουσική παράδοση που έχει αρχαιότατο κέντρο της την Ιάβα με τα δικά της μουσικά συστήματα και τα χαρακτηριστικά οργανικά της σύνολα, όπως για παράδειγμα το γκαμελάγκ, που επηρέασαν τόσο τη δυτική μουσική όσο και τη μουσική των Φιλιππίνων με τα ωραιότατα τραγούδια τους και τους υποβλητικούς τους χορούς.
Παράλληλα, με τις πρόσφατες τάσεις εξευρωπαϊσμού της μουσικής, που τις διαπιστώνει κανείς σχεδόν παντού με την ίδρυση μουσικών σχολών και ιδρυμάτων δυτικού τύπου, καθώς και με την αφομοίωση των σύγχρονων και φωτισμένων μουσικών εμπειριών, γίνεται προσπάθεια από τις πιο προηγμένες χώρες της Α. να κάνουν τη μουσική ένα όργανο πολιτισμού, απαλλαγμένο από μυθολογικά ή ξένα στοιχεία στις επιμέρους εθνότητες.
Τοπίο στη χερσόνησο Κομτσάτκα της ανατολικής Σιβηρίας, όπου επικρατεί σχεδόν πολικό κλίμα.
Ο ποταμός Γάγγης διαμόρφωσε, μαζί με τον Ινδό ποταμό, την πεδιάδα στους πρόποδες των Ιμαλαϊων (φωτ. Sef.).
Αποψη του κόλπου του Αλόνγκ, στη βιετναμέζικη ακτή (φωτ. Tomsich).
Ενας από τους σημαντικότερους ποταμούς της Ασίας είναι ο Τίγρης, που διασχίζει τη Βαγδάτη και μαζί με τον Ευφράτη όλη τη Μεσοποταμία (φωτ. Andi).
Σιβηριανό τοπίο στον ποταμό Ανγκαρά, χαρακτηριστικό της βόρειας Ασίας, η οποία καλύπτεται σε μεγάλο μέρος από την τάιγκα (δάσος με κωνοφόρα δέντρα) (φωτ. Funghi).
Πυκνά δάση, όπου επικρατούν κληματίδες και φτέρες, χαρακτηρίζουν τη νότια Ασία (φωτ. Igda).
Νεαρή γυναίκα του βορειοανατολικού Ασάμ, αντιπροσωπευτικός τύπος της ομάδας των μογγολοειδών.
Ινδή του Νέου Δελχί, όπου ζουν εκεταμένες πληθυσμιακές ομάδες ευρωποειδών.
Ιθαγενής του Μπιχάρ. Στις μικρότερες φυλετικές ομάδες ενδιαφέρουσα είναι η παρουσία μελανόδερμων.
Το πέπερι, αντιπροσωπευτικό φυτό της ασιατικής χλωρίδας, δίνει τον γνωστότατο αρωματικό καρπό είναι αναρριχώμενο φυτό, ιθαγενές του ινδομαλαισιακού αρχιπελάγους (φωτ. Sef).
Ορχιδέα της Μαλαισίας, με εντυπωσιακές διαστάσεις (φωτ. Nievo).
Φυτεία καουτσούκ η νοτιοανατολική Ασία κατέχει μία από τις υψηλότερες θέσεις της παγκόσμιας παραγωγής καουτσούκ (φωτ. Baschieri).
Η ασιατική ήπειρος, λόγω του μεγάλου γεωγραφικού της πλάτους και της εξαιρετικής ποικιλίας του γεωγραφικού περιβάλλοντος, έχει πολύ πλούσια πανίδα. Στη φωτογραφία, μία τίγρη (φωτ. Margiocco).
Ενας ινδικός ελέφαντας (φωτ. Margiocco).
Η γεωργία αποτελεί βασικό πόρο της οικονομίας της Ασίας. Στη φωτογραφία, συγκομιδή ζαχαροκάλαμων.
Μαζί με τις πατροπαράδοτες βιοτεχνίες, αναπτύσσεται και η μεγάλη βιομηχανία. Στη φωτογραφία απλωμένα υφάσματα.
Συγκομιδή τσαγιού στη Σρι Λάνκα, του γνωστού διεθνώς προϊόντος της ασιατικής αυτής χώρας.
Φυτείες ρυζιού σε αναβαθμίδες στις Φιλιππίνες. Το ρύζι είναι ένα από τα βασικά προϊόντα της Ασίας.
Ορυχείο κασσίτερου στη Μαλαισία. Η ασιατική ήπειρος, πλούσια σε ορυκτό πλούτο, έχει τη μεγαλύτερη στον κόσμο παραγωγή κασσίτερου (φωτ. Igda).
Άποψη της Σαγκάης, ενός από τα κυριότερα λιμάνια της Ασίας (φωτ. Igda).
Διυλιστήριο στην Αλ Χάσα της Σαουδικής Αραβίας. Μεγάλη πλουτοπαραγωγική πηγή της Ασίας είναι το πετρέλαιο (φωτ. Sansone).
Πατροπαράδοτη βιοτεχνία ταπήτων στο Ιράν (φωτ. Sansone).
Τμήμα βιομηχανικού συγκροτήματος στην Ιαπωνία.
Τμήμα του κινεζικού Μεγάλου Τείχους, που εκτείνεται σε μήκος 6.000 χλμ. στη βόρεια Κίνα και αποτελείται από μία σειρά αμυντικών οχυρών οργανωμένων σε ενιαίο σύστημα. Το έργο αυτό θεωρείται αριστούργημα της κινεζικής αρχιτεκτονικής.
Τμήμα του αυτοκρατορικού ανακτόρου του Ρατεπούρ Σίκρι, που έχτισε ο Άκμπαρ (1569), ο επιφανέστερος αυτοκράτορας της μογγολικής δυναστείας που κυβέρνησε την Ινδία.
Περσική μικρογραφία με σκηνές κυνηγιού από το Σανχαμέ (Βιβλίο των Βασιλέων) του Μπαϊσουνγκούρ, που χρονολογείται περίπου το 1430 (Βιβλιοθήκη της Τεχεράνης, Ιράν).
Βουδιστές μοναχοί της Μυανμάρ, που ανήκουν σε μία από τις πολλές αιρέσεις και σχολές, στις οποίες διαρθρώνεται το θρησκευτικό αυτό δόγμα.
Οικοδομή στο Ανγκόρ Τομ της Καμπότζης, έργο του βασιλιά Γιαγιαβαρμάν Z’, χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής των Κχμερ.
Κύλινδρος του Ινγκακιό, θρησκευτικού κειμένου που αφηγείται επεισόδια της ζωής του Βούδα, ο οποίος αφού εγκατέλειψε την οικογένειά του για να αναζητήσει την αλήθεια, πέτυχε τη θεία φώτιση ύστερα από τρομερές δοκιμασίες. Η απεικόνιση αυτή πάνω σε χαρτόνι (8ος αι. μ.Χ.) αναπαριστά την επίθεση των δυνάμεων του κακού (Ντάιγκο-γι, Κιότο· φωτ. Igda).
Το άνοιγμα διά της βίας των λιμανιών της Ιαπωνίας (στην εικόνα η απόβαση του Πέρι το 1853) αποτέλεσε την αρχή μιας ταχείας δυτικοποίησης της χώρας, η οποία σύντομα έγινε μεγάλη δύναμη.
Κινεζική πορσελάνη του 17ου αι., της εποχής των Μινγκ, με καθαρότατη γραμμή (φωτ. Nat).
Ο μεγαλοπρεπής ναός του Σίβα, του 8ου αι., στο Μαμαλαπουράμ, μαρτυρά πως η επίδραση του ινδουισμού στην τέχνη και στη σκέψη της Ινδίας υπήρξε βαθύτατη σε όλες τις εποχές (φωτ. Dulevant).
Γυναίκες της Ινδονησίας προσέρχονται στον ναό με τις προσφορές τους.
Ο χορός των λεόντων, εκτελούμενος από μεταμφιεσμένους νεαρούς στο Πεκίνο, γίνεται με την ευκαιρία της εθνικής γιορτής της 1ης Οκτωβρίου και συγκεντρώνει πάντοτε πολυάριθμο κοινό (φωτ. Wu-Hua-Hsueh).
Τμήμα του διαζώματος ενός ινδικού ναού με μυθολογικές παραστάσεις (2ος αι. μ.Χ.). Το έργο αυτό ανήκει στη σχολή της Αμαρασβάτι και είναι εκτελεσμένο σύμφωνα με θεωρητικούς κανόνες που κωδικοποίησαν διάφοροι σοφοί και μυστικοί (Μουσείο της Ναγκαρντζουνακόντα, Ινδία· φωτ. Crea).
Προσωπογραφία "γριάς αυτοκράτειρας", χαρακτηριστικό δείγμα κινεζικής ζωγραφικής πάνω σε ύφασμα της πρώτης περιόδου των Μινγκ (αρχές του 15ου αι.) (Ιδιωτική συλλογή, Μιλάνο φωτ. Igda).
Άγαλμα ενός κυβερνήτη (2500-2350 π.Χ.), εύρημα των ανασκαφών της Λαγκάς, αντιπροσωπευτικό δείγμα σουμερικής τέχνης (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο· φωτ. Sef).
Το εικονιζόμενο τοπίο, ζωγραφισμένο επάνω σε χαρτί, αποδίδεται στον Κάνο Μοτονόμπον, έναν Ιάπωνα καλλιτέχνη της περιόδου Μουρομάτσι (1392-1573) (Νταϊζέντζι, Κιότο φωτ. Igda).
Γυναίκα που παίζει "πότο", αρχαίο μουσικό όργανο της Ιαπωνίας, το οποίο προέρχεται από το "τσιν".
Το Αγαθό Πνεύμα, πρόσωπο του κινεζικού θεάτρου. Η καλλιτεχνική κληρονομιά της Ασίας έχει παλαιότατες παραδόσεις.
Κεφαλή Βούδα, με χαρακτηριστική κόμμωση (φωτ. Πρεσβεία Ινδονησίας).
Ενα χαρακτηριστικό τοπίο της ανατολικής Ασίας. Αποψη των Σοκολατένιων Λόφων, στο νησί Μποόλ (Φιλιππίνες), λοφωδών αναγλύφων ιδιότυπης μορφολογίας, μοναδικής στον κόσμο.
Αλυκές κοντά στη Μανίλα.
Η ασιατική αγροτική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος στην ανθρώπινη πρωτογενή εργασία.
Το ρύζι, τοπικό δημητριακό της Ασίας, είναι πολύ βασικό στη διατροφή του πληθυσμού και στο εμπόριο.
Τμήμα του αυτοκρατορικού ανακτόρου του Ρατεπούρ Σίκρι, που έχτισε ο Άκμπαρ (1569), ο επιφανέστερος αυτοκράτορας της μογγολικής δυναστείας που κυβέρνησε την Ινδία.
Λαϊκή τουρκική μπάντα σε γιορτή χωρικών.
Μια άποψη του Μαντουράι (Ινδία) με τους χαρακτηριστικούς ναούς του.
Μηνιαίες διακυμάνσεις, στη διάρκεια ενός έτους των βροχοπτώσεων (αριστερή στήλη) και των θερμοκρασιών (δεξιά στήλη και κόκκινη γραμμή) σε μερικές από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ασίας. Είναι φανερή η εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία των κλιμάτων που χαρακτηρίζουν την ασιατική ήπειρο. Η αριστερή στήλη είναι βαθμονομημένη σε χιλιοστά (mm) βροχόπτωσης και η δεξιά σε βαθμούς Κελσίου (°C). Oι μήνες συμβολίζονται κάτω με το αρχίγραμμά τους.
II
Όνομα μυθολογικών προσώπων.
1. Μια από τις κόρες του Ωκεανού και της Τηθύος, σύζυγος του Ιαπετού, μητέρα του Προμηθέα και του Άτλαντα.
2. Επίκληση της Αθηνάς στη Λακωνία, από ένα ύψωμα του Ταΰγετου που ονομαζόταν Α.
III
(Αστρον.). Αστεροειδής. Το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 11,2, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 8,5.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • .ασία — ἀσίᾱ , ἄσιος Asian fem nom/voc/acc dual ἀσίᾱ , ἄσιος Asian fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἐσίᾱ , ἐσία fem nom/voc/acc dual ἐσίᾱ , ἐσία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσία — ἀσίᾱ , ἄσιος Asian fem nom/voc/acc dual ἀσίᾱ , ἄσιος Asian fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • .ασίᾳ — ἀσίᾱͅ , ἄσιος Asian fem dat sg (attic doric aeolic) ἐσίᾱͅ , ἐσία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσίᾳ — ἀσίᾱͅ , ἄσιος Asian fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσία — Ἀ̱σίᾱ , Ἄσιος fem nom/voc/acc dual Ἀ̱σίᾱ , Ἄσιος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Ἀσίᾱ , Ἀσία Asia fem nom/voc/acc dual (ionic) Ἀσίᾱ , Ἀσία Asia fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) Ἀσίᾱ , Ἀσίης masc nom/voc/acc dual Ἀσίᾱ , Ἀσίης… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσίᾳ — Ἀ̱σίᾱͅ , Ἄσιος fem dat sg (attic doric aeolic) Ἀσίαι , Ἀσία Asia fem nom/voc pl (ionic) Ἀσίᾱͅ , Ἀσία Asia fem dat sg (attic doric ionic aeolic) Ἀσίᾱͅ , Ἀσίης masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μικρά Ασία — Χερσονησιακή περιοχή στο δυτικότερο τμήμα της ασιατικής ηπείρου. Πολιτικά ανήκει στην Τουρκία. Έχει περίπου ορθογώνιο σχήμα και ορίζεται στα Β από τον Εύξεινο Πόντο, στα ΒΔ από τον Βόσπορο και την Προποντίδα, στα Δ από το Αιγαίο και στα Ν από τη… …   Dictionary of Greek

  • ξιπ(π)ασιά — η (εσφ. γρφ.) βλ. ξυπασιά …   Dictionary of Greek

  • Ἀσιανά — Ἀσιᾱνά , Ἀσιανός Asia neut nom/voc/acc pl Ἀσιᾱνά̱ , Ἀσιανός Asia fem nom/voc/acc dual Ἀσιᾱνά̱ , Ἀσιανός Asia fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσιανῶν — Ἀσιᾱνῶν , Ἀσιανός Asia fem gen pl Ἀσιᾱνῶν , Ἀσιανός Asia masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.